Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

Μια κοπέλα στους αγγέλους



Στους χρόνους τους χαμένους
σε παλιό καιρό
έστησε ο διάολος χορό,
πήρε κι εμένα απ’ το χέρι…
Μου έδωσε, αγάπη μου, μαχαίρι.
«Τι ζητάω, τι ζητάς…»
«Ας πονάω, κι ας πονάς…»

Στις αυλές των παραδείσων
δεν ακούς μιλιά.
κι όταν σμίγουν τα πουλιά,
είναι το ταξίδι σου το τελευταίο.
Το αντίο δε σου λέω
όπου πας, κι όπου βαδίζεις.
την ασχήμια… μη μυρίζεις.

Φόρτωσαν οι πλάτες με φτερά
κι εσύ πετάς.
Άγγελε, τώρα ελεύθερη, πετάς…
Στάζει απ’ το αίμα σου πληγή
κι όπου πέσει θα πνιγεί,
των χειλιών σου η πίκρα.
Σ’ έψαξα, μα δεν σε βρήκα…

Άγγελος, ήρθε απόψε συντροφιά.
Άγγελος, σου χαμογέλασε πλατιά.
Μην τον δακρύζεις τώρα, φως μου,
που ‘σβησε η ανατολή του κόσμου.
Άγγελος, τραγούδι τελευταίο…
Άγγελε, αντίο, δε σου λέω.

© copyright, ανδρέας λισσόβας

*Αφιερωμένο στην Αμάντα Τοντ (Amanda Todd) [27 Νοεμβρίου 1996 – 10 Οκτωβρίου 2012]. Αυτό το ποίημα είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω… Μακάρι να μπορούσα να κάνω περισσότερα…


Αυτό είναι το αυθεντικό βίντεο από το κανάλι του παιδιού που το είχε ανεβάσει στις 7 Σεπτέμβρη. Αξίζει να αφιερωθούν 10 λεπτά. Κανείς δεν μπορεί να τα βάλει με τον πόνο, αλλά αυτός δεν πρόκειται να φύγει είτε έτσι, είτε αλλιώς.
Η αλήθεια πρέπει να αντιμετωπίζεται ως έχει,
για να μάθει η ψυχή
να είναι ατόφια.

Σάββατο, 13 Οκτωβρίου 2012

Αλήθεια, εσύ τι είδες;



Επιστρέφεις από το μπαρ, που βγήκες για ένα ποτό με φίλους, γύρω στις 3 τα ξημερώματα. Το σπίτι σου δεν βρίσκεται στο κέντρο αλλά σε μια φτωχογειτονιά όπου τέτοια ώρα δεν κυκλοφορούν και πολλοί. Στον δρόμο που ακολουθείς βρίσκονται εκτός από πολυκατοικίες, και κάποιες μονοκατοικίες.
Καθώς περπατάς έξω από μια μονοκατοικία παρατηρείς ότι ένα φως είναι ακόμη ανοιχτό, σαν από λάμπα γραφείου, αλλά δεν δίνεις σημασία. Όπως κάνεις να φύγεις ξαφνικά μέσα από αυτό το σπίτι ακούγεται… ένας πυροβολισμός! Αρχικά σαστίζεις, μένεις παράλυτος απ’ τον φόβο σου και δεν ξέρεις τι να κάνεις! Σκέφτεσαι να το βάλεις στα πόδια, να φύγεις, ποιος ξέρει αν βγει κανείς και σκοτώσει και εσένα, αλλά το «λίγο» ποτό που έχεις στις φλέβες σου, απ’ την έξοδο στο μπαρ, σε κάνει να αποφασίσεις και να κάνεις κάτι που δεν θα έκανες με τίποτε ξεμέθυστος… να πας μέσα στο σπίτι!
Δεν ακούς κανέναν θόρυβο, καμιά φωνή, τίποτε που να δείχνει ότι ακούστηκε ένας πυροβολισμός πριν λίγα δευτερόλεπτα και αυτό σε κάνει να ανησυχείς. Παρατηρείς πως δεν είναι κλειδωμένα καθώς πλησιάζεις την εξώπορτα, λες και κάποιος άφησε επίτηδες ξεκλείδωτα. Προχωράς και η καρδιά σου κοντεύει να σπάσει απ’ την αγωνία. Δεν έχεις καθόλου, παρά το ποτό στις φλέβες σου, το θάρρος να φωνάξεις για να λάβεις κάποια απάντηση. Όπως πλησιάζεις και στην πόρτα του σπιτιού, βλέπεις πως η πόρτα είναι μισάνοιχτη. Μάλλον κάποιος κλέφτης θα είναι, σκέφτεσαι! Έτσι εξηγείται!
Μα κάτι μέσα σου, σου λέει να μπεις μέσα… Το ποτό φταίει, λες μέσα σου, που παρά τον κίνδυνο κάνεις κάτι τόσο παράτολμο και δεν λες να το βάλεις στα πόδια! Ανοίγεις σιγά - σιγά την πόρτα και μπαίνεις στο χολ. Το σπίτι μέσα είναι διακοσμημένο με πράγματα δεκαετίας και πάνω… φτωχό… Μα αλήθεια εδώ βρήκε ή βρήκαν να κλέψουν; Προχωράς σιγά – σιγά και οι αισθήσεις σου έχουν οξυνθεί στον υπέρτατο βαθμό… Παρ’ όλα αυτά κανένας απολύτως θόρυβος, απόλυτη και νεκρική σιωπή επικρατεί, καθώς ακόμη και τα βήματα σου ακούγονται υπερβολικά δυνατά στα αυτιά σου!
Στα δεξιά του χολ διακρίνεις το σαλόνι, και μέσα από την πόρτα στην άλλη άκρη, να προέρχεται το φως από την λάμπα γραφείου που είδες και από έξω. Η διαίσθηση σου σε κάνει να προχωρήσεις προς τα ‘κει, κόντρα σε κάθε λογική… Όπως περπατάς όλα περνούν απ’ το μυαλό σου, και προσπαθείς να προετοιμάσεις τον εαυτό σου στην εικόνα που μπορεί να αντικρίσεις… αν μπορέσεις βέβαια να προετοιμαστείς ποτέ για κάτι τέτοιο…
Βρίσκεσαι στην πόρτα όταν βλέπεις έναν άντρα, ένα νεαρό παιδί γύρω στα 20, πεσμένο στο πάτωμα γύρω από μια λίμνη αίματος που προέρχεται από το κεφάλι του! Στο χέρι του κρατημένο ακόμη το πιστόλι που με αυτό έβαλε τέλος στη ζωή του…
Το θέαμα είναι σοκαριστικό και μέσα στον πανικό σου σκέφτεσαι να πάρεις τηλέφωνο να έρθει η αστυνομία και κάποιο ασθενοφόρο άμεσα! Μα όπως βγάζεις το κινητό, ακούς απ’ έξω τις σειρήνες ασθενοφόρου και περιπολικών να πλησιάζουν. Μάλλον κανείς γείτονας θα κάλεσε πρώτος σκέφτεσαι… Παρά την «μέθη» σου, που μάλλον έχει εξατμιστεί αυτή τη στιγμή, παρά την όλη τρομάρα σου και την παγωμάρα μπροστά στο θέαμα αυτό, δυο πράγματα τράβηξαν το βλέμμα σου… το ανοιχτό τηλέφωνο (το ακουστικό δηλαδή) και ένα γράμμα με ένα στυλό πάνω του, στο γραφείο δίπλα στην λάμπα…
Θόρυβος από τα βήματα των αστυνομικών και των νοσηλευτών σπάνε ξαφνικά την ησυχία του δωματίου, ενώ κάποια άτομα έρχονται να σε πάρουν έξω απ’ τον τόπο του «εγκλήματος». Ούτε ακούς και τίποτε εσύ, ούτε και βρίσκεσαι σε μια λογική διάσταση πλέον…
Αυτοκτόνησε, ψιθυρίζεις, αυτοκτόνησε…


Του έρωτα και του θανατού - Θανάσης Παπακωνσταντίνου



Οι απαντήσεις…

Το γράμμα:
«Μαμά, Μπαμπά, συγχωρείστε με… Δεν μπορούσα να κάνω κάτι άλλο… Δεν μπορούσα… Δεν άντεχα να βλέπω το Μαράκι μας, να λιώνει μέρα με την μέρα… Από τότε που γεννήθηκε να ζει ένα μαρτύριο ενώ αξίζει τόσα… Συγχωρείστε με, αλλά δεν βρήκα άλλη λύση…»

Στο τηλέφωνο:
«Νοσοκομείο …(ονομασία)… , παρακαλώ, πείτε μου.»
«Ε, γεια σας, θα ήθελα να ζητήσω ένα ασθενοφόρο. Κάποιος τραυματίστηκε από σφαίρα στο κεφάλι.»
«Που συνέβη;!»
«…(οδός)…»

Στο τηλέφωνο, αμέσως μετά:
«Αστυνομικό τμήμα …(πόλη)…»
«…(οδός)…, ελάτε αμέσως! …πυροβολισμός…»

Η Μαρία ένα κοριτσάκι σχεδόν 10 ετών, έδινε μέρα με τη μέρα μάχη με τον θάνατο για να κρατηθεί στη ζωή. Η καρδιά της από την στιγμή που γεννήθηκε ήταν τόσο αδύναμη, και μέρα με τη μέρα μπορούσε και να σταματήσει. Μόνη ελπίδα, μια μεταμόσχευση καρδιάς, αλλά το αίμα της σπάνιο, οι οικονομικές συνθήκες ακόμη χειρότερες, και όλα κατά…
Μόνο ο Χρήστος, ο αδερφός της, είχε το ίδιο αίμα με αυτή. Κι ο Χρήστος την αγαπούσε την αδερφή του τόσο πολύ, που δεν άντεχε να βλέπει να ζει ένα τέτοιο μαρτύριο ένα μικρό αγγελούδι όπως την έβλεπε, κι έτσι μόλις άκουσε για δωρητές οργάνων δεν σκέφτηκε καν την πιθανότητα να το αφήσει αυτό. Έκανε ότι ήταν να κάνει για να γίνει κι αυτός, αλλά στους γονείς του δεν είπε τίποτα, δεν πρόκειται να το δέχονταν αυτό με τίποτα…
Τα έκανε όλα τόσο γρήγορα αυτή τη μέρα… Ακόμη και όπλο κατάφερε και βρήκε…
Το απόγευμα αφού τα είχε υπολογίσει όλα, πήγε από το νοσοκομείο όπου νοσηλεύονταν η αδερφή του και πέρασε λίγη ώρα μαζί της. Πολύ ευσυγκίνητος ήταν όμως, και τον ρωτούσε η Μαρία, τι έχεις αδερφούλη μου, γιατί κλαις; Δεν κλαίω, της έλεγε, από λύπη, από χαρά κλαίω… Και γιατί χαίρεσαι, τον ρωτούσε. Γιατί σ’ αγαπάω πάρα πολύ μικρό, και να ξέρεις ότι πάντα θα είμαι μαζί σου… Το Μαράκι χαμογέλασε πλατιά, άνοιξε τα χέρια της και τον πήρε αγκαλιά… Κι εγώ σ’ αγαπώ αδερφούλη!


*Η ιστορία αυτή είναι καθαρά αποκύημα της φαντασίας μου και στόχο έχει να δείξει πως τα φαινόμενα απατούν. Πολλές φορές κρίνουμε μονάχα απ’ την εικόνα, από αυτά που βλέπουν τα μάτια μας, που ακούν τα αυτιά μας, αυτά που υπάρχουν μόνο μπροστά μας.
Θεωρούμε πως η αλήθεια είναι ακριβώς όπως την λαμβάνουμε εκείνη την στιγμή. Το πιο πιθανό όταν «είδες» τον νεκρό νεαρό, με το τηλέφωνο ανοιχτό, και ένα γράμμα δίπλα, να θεώρησες ίσως πως ήταν μια αυτοκτονία, ίσως για μια ερωτική απογοήτευση. Στο τηλέφωνο θα ήταν η κοπέλα που πήρε να της κάνει την εξομολόγηση του, και στο γράμμα έγραφε πως την αγαπά ή ζητούσε συγνώμη για την πράξη του κτλ.
Μπορεί να σκέφτηκες και κάτι άλλο ίσως, δεν ξέρω, αλλά σίγουρα δεν περίμενες αυτό το τέλος. Όπως και στην ζωή ποτέ δεν μαντεύουμε το τέλος. Αλλά ξέρουμε να κρίνουμε…
Κρίνουμε χωρίς να ξέρουμε, βγάζουμε τα συμπεράσματα μας χωρίς να γνωρίζουμε, κι όμως θεωρούμε και πως όλα τα ξέρουμε, και όλα τα γνωρίζουμε.
Είδες όμως πως το ίδιο αποτέλεσμα από πίσω μπορεί να έχει πολλές και διαφορετικές πράξεις;
Όπως στα μαθηματικά αν σου δώσω τον αριθμό 4 π.χ., και σου ζητήσω να μου πεις ποια πράξη μου έδωσε αυτόν τον αριθμό, εσύ θα μπορέσεις να μου πεις με σιγουριά πως βρέθηκε αυτός ο αριθμός 4;
Απλώς κανά δυο πράξεις θα σου δείξω:
1+3=4,
2*2+12-12=4,
100-96=4,
5000*2-9996=4,
4444/1111=4…
Να συνεχίσω;
Με λίγα λόγια σημασία σε κάθε αποτέλεσμα έχει η πράξη. Αν αξίζει η πράξη, αξίζει και το αποτέλεσμα. Γιατί ο λόγος κάνει την αυτοκτονία αυτοθυσία. Ο Λόγος πρέπει να κρίνεται, κι όχι το Τέλος.
Άλλωστε μόνο δυο πράγματα μένουν στο τέλος…
Η Αλήθεια κι ο Λόγος.
Η Αλήθεια υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει. Κανείς άλλωστε δεν μπορεί να την αλλοιώσει.
Κι ο Λόγος που δίνει νόημα και ζωή στην Αλήθεια, καθώς δεν είναι δυνατό να υπάρχει δίχως αυτή.

© copyright, ανδρέας λισσόβας

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...