Τετάρτη, 15 Ιανουαρίου 2014

Κάτι λίγα για αρχή... (πεζό)



Δεν θα έφτασα περίπου τις 500 λέξεις, και τις διέγραψα όλες. Τι να πω, τι να πρωτογράψω; Και τι υπάρχει που δεν ειπώθηκε, και τι τάχα μου να έχει αξία να ασχοληθείς και να καταπιαστείς; Δεν είναι άλλωστε η ζωή σαν το νερό που βάζεις μες στη χούφτα, και κυλά και φεύγει την ίδια στιγμή, απομένοντας έπειτα εσύ να κοιτάς τις λίγες μονάχα σταγόνες που απέμειναν στην παλάμη σου;
Κι είναι αυτές οι σταγόνες, η ουσία της ζωής που κρατάς στο χέρι σου, στη χούφτα σου, φτωχέ μου άνθρωπε, κι αυτές είναι μονάχα ικανές να ξεδιψάσουν την διψασμένη σου ψυχή. Να λυτρώσουν την επιθυμία της καρδιάς σου, που όσο και να πλανεύεται μέσα στον κόσμο, συνεχίζει να διψά. Κι ακούς άνθρωπε; Δεν υπάρχει ζωή δίχως σταγόνες, φτωχέ μου άνθρωπε. Κι ευτυχώς, Θεέ μου, που ο κόσμος γεμάτος είναι από αυτές τις σταγόνες. Γεμάτος όπου κι αν σταθείς, όπου κι αν βρεθείς.
Θυμάμαι μικρό παιδί που ήμουν, κι έπαιζα με τις ώρες, κι όταν έπειτα διψούσα πήγαινα σε μια βρύση και με τις χούφτες το έπινα το νερό, με τις χούφτες… γιατί αλήθεια δεν το κάνω αυτό σήμερα; Και έρχεται στο μυαλό μου, ο κυνικός Διογένης, που μονάχα στην κατοχή του είχε μια κούπα για να πίνει νερό. Κι όταν λέει πήγε μια φορά να πιει νερό, κρατώντας αυτήν την κούπα, είδε νομίζω εμένα να πίνω νερό μόνο με τις χούφτες, πέταξε την κούπα, κι από τότε άρχισε να πίνει νερό μόνο με τις χούφτες κι αυτός.
Τι ωραίο πράμα που είναι αυτή η χούφτα του ανθρώπου, άνθρωπε! Μονάχα ο άνθρωπος έχει χούφτα, μονάχα ο άνθρωπος καταλαβαίνει τι είναι η χούφτα, που μέσα του κρατά κι ολάκερο τον κόσμο άμα λάχει… Κι αν είναι ονειρώδης η αίσθηση του νερού στη χούφτα, άλλο τόσο είναι και της άμμου. Την άμμο που ο άνθρωπος την συνέδεσε με το καλοκαίρι, την άμμο αυτή που γίνεται έρημος και ζητάς μια όαση μονάχα, την άμμο που σε γεννά, και που στο τέλος σ’ αγκαλιάζει σαν σφαλίσεις τα μάτια και τραβήξεις την ρότα για τον ουρανό.
Δεν είναι διόλου τυχαίο που τα παιδιά αγαπούν την άμμο, άνθρωπε, που λατρεύουν να παίζουν με την λάσπη… με το νερό εν ολίγοις και με το χώμα. Από αυτά ήλθαν κι αυτά, και νιώθουν έτσι οικεία και το αγαπούν αυτό. Το νιώθουν τα παιδιά, από πού έρχονται, από πού κρατά η σκούφια τους που λένε, για αυτό κι έχουν αυτό το δέσιμο με την άμμο και το νερό. Ας έχουν αυτά μονάχα πνοή, δίνουν κι αυτά με την αγάπη τους πνοή και στ’ άψυχα. Σ’ όλα τα άψυχα.
Με τις χούφτες κρατάς λοιπόν ολάκερη την πλάση, άνθρωπε, με τις χούφτες παίρνεις, με τις χούφτες δίνεις… με τις χούφτες δίνεις. Και μόνο να σκεφτείς γεμάτη την χούφτα σου από καραμέλες της γιαγιάς, μικρό παιδί, δεν θες τίποτε άλλο. Και πόσο τάχα να κρατά η χούφτα ενός παιδιού; Τέσσερις, πέντε, έξι καραμέλες; Ε, κάπου τόσο είναι κι η ευτυχία στον κόσμο αυτό, μια χούφτα ενός παιδιού…
Μια μικρή χούφτα που μέσα της γεμίζει ευτυχία και σκορπά γύρω στην πλάση όλη, και δεν παύει ποτέ να χάνεται, μήδε ποτέ να σβήνει… Μια χούφτα είναι η μεζούρα σου, άνθρωπε, κι αν αυτή είναι γεμάτη όλα τα άλλα ούτε τα χρειάζεσαι, ούτε ανάγκη τα ‘χεις. Μια χούφτα αγάπη έχεις; Τίποτε άλλο δεν θες. Μια χούφτα να ‘χεις να δίνεις, μια χούφτα να σου δίνουν. Για αυτό έχεις και δυο χέρια από τον Θεό, για να δίνεις και να σου δίνουν! Όχι για να παίρνεις… να σου δίνουν, φτωχέ μου άνθρωπε!
Παίρνει το παιδί τίποτε, άνθρωπε…; Όχι. Γιατί στο παιδί δίνουν, όσοι τ’ αγαπούν δίνουν. Κι έτσι κι όποιος σ’ αγαπά εσένα σου δίνει. Για αυτό κι εσύ όπου αγαπάς δίνεις… Και μη κοιτάς τα πολλά, είπαμε άνθρωπε, μια χούφτα να είναι η μεζούρα σου. Μια χούφτα και πολύ είναι αν σκεφτείς ότι κάποτε στα πρώτα σου χρόνια γέμιζε με άμμο ή νερό με πολύ λιγότερο από τώρα κι ήταν τόσο γεμάτη ευτυχία…

© copyright, ανδρέας λισσόβας


Ας ψιθυρίζει έλεος - Χ.Φ.Δ. Θεσσαλονίκης 

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...