Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2014

Ίσκιος


Το βράδυ έπεσε πάλι βαριά
στην άδεια κάμαρα μου.
Κι εσύ σαν ίσκιος ήρθες
- για ακόμη μια φορά -
να ακούσεις τα παράλογα μου.

Λόγια δεν είχα για να πω,
τον πόνο της καρδιάς μου.
Μα λόγια βρήκα να σου πω
απ’ το αίμα μέσα της καρδιάς μου.

Κι ένα δάκρυ απ’ το μάγουλο σου
κύλησε
σαν άκουσες τον πόνο της καρδιάς μου,
κι ήταν ο ίσκιος σου και όχι εσύ
που μίλησε·
και μου ‘πε άλλο να μην κλαις,
εγώ εδώ θα είμαι πάντα
μορφή να παίρνω να μιλώ,
απ’ τα δικά σου μάτια.

Κι έγινε το βράδυ το βαρύ,
στην καρδιά μου ελαφρύ,
κι αυτό το βράδυ.

Κι αν ποτέ σου δεν τα θυμηθείς
τα βράδια που σαν ίσκιος δίπλα μου εστάθης
κι άκουσες τα παράλογα μου,
θυμήσου μονάχα
τον πόνο της καρδιάς μου,
που πήρες μακριά μου.

© copyright, ανδρέας λισσόβας


Μαυροντυμένοι ἀπόψε, φίλοι, ὠχροί,
ἐλᾶτε στο δικὸ μου περιβόλι,
μ’ ἓναν παλμὸ τὸ βράδυ το βαρὺ
γιὰ νὰν τὸ ζήσουμ’ ὅλοι.

Ἀπὸ τὰ σπίτια ποὺ εἶναι σὰ βουβά,
κι ἂς μίλησαν τὴ γλῶσσα τοῦ θανάτου,
μὲ φρίκη τὸ φεγγάρι ἀποτραβᾷ
τ᾿ ἀσημοδάχτυλά του.

Εἶναι τὸ βράδυ ἀπόψε θλιβερὸ
κι ἐμεῖς θᾶν τὸ γλεντήσουμε τὸ βράδυ,
ὅσοι ἔχουμε τὸ μάτι μας ὁγρὸ
καὶ μέσα μας τὸν ᾅδη.

Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2014

Το άσμα του κύκνου


«Η κόρη, θαρρώντας πως μιλά στη θάλασσα»

-Έψαχνα απόψε το φεγγάρι,
μήπως εσύ το βρήκες;
Θυμάμαι που χρόνια πριν
το ‘χες μες στην αγκαλιά σου.
-Στην αγκαλιά μου το ‘χα,
πριν χρόνια το φεγγάρι·
μα απόψε δεν το έχω.

-Έψαχνα απόψε – όπως και χτες –
τ’ ασημοφέγγαρο·
μήπως ξεύρεις απόψε που ‘ναι;
Θυμάμαι που ‘συ τ’ αγαπούσες
κι αυτό εσένα.
-Κι αυτό εμένα, κι εγώ αυτό,
τ’ ασημοφέγγαρο το αγαπούσα·
μα απόψε δεν ξεύρω που ‘ναι.

-Έψαχνα απόψε – όπως δυο βράδια τώρα –
την όμορφη πανσέληνο·
μήπως τα μάτια σου την είδαν;
Θυμάμαι που στα σκοτεινά
μαζί της πάντοτε μιλούσες.
-Μιλούσα πάντοτε στα σκοτεινά,
με την όμορφη πανσέληνο·
μα τα μάτια μου απόψε δεν την είδαν.

-Κόρη, απόψε, το φεγγάρι,
τ’ ασημοφέγγαρο,
την όμορφη πανσέληνο
δεν έψαξες, δεν ψάχνεις;
-Το φεγγάρι,
τ’ ασημοφέγγαρο,
την όμορφη πανσέληνο
όσο κι αν έψαξα, δεν βρήκα…
Μάταια γύρεψα να βρω,
ότι παλιά μου είδα με τα μάτια.
Μ’ αρνήθηκε, με ξέχασε
κι ούτε με γύρεψε ποτέ,
όσο κι αν τ’ αγαπούσα…

«Και μες στην θλίψη της,
στον πόνο της,
η κόρη έσβησε κι εχάθη.
Ένα δειλινό,
τρεις βραδιές και μία πριν
ήταν που το πνεύμα της
απ’ τ’ αχείλι της εχύθει.
Κι έψαχνε να βρει πάνω στη γη,
ότι μια ζωή αρνήθει…»

-Δόλια, τα μάτια σου τ’ άφησες,
εκεί που πάντοτε κοιτούσες – χάμω.
Ποτέ δεν τα ‘στρεψες ψηλά,
ποτέ δεν γύρεψες να βρεις
το φεγγάρι,
τ’ ασημοφέγγαρο,
την όμορφη πανσέληνο.
Μήτε σε τρεις και μια βραδιές,
μήτε σε δυο και χίλιες μία
θα μ’ έβρισκες
          κι ας ήμουνα μπροστά σου…
Εσύ ‘σουν που μ’ αρνήθηκες,
εσύ που ξέχασες που ήμουν.
Και μες στον θάνατο
ποτέ σου δεν θα βρεις
ότι μες στην ζωή έπρεπε
να βρεις και να κρατήσεις…

© copyright, ανδρέας λισσόβας

Ήμερος ύπνος - Θανάσης Παπακωνσταντίνου & Μάρθα Φριντζήλα

Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2014

Ο Καρυοθραύστης και ο Ξύλινος Ιππότης

Σημείωση: Αν δεν θέλετε να διαβάσετε το παραμύθι, στο τέλος του γράφω κάτι δικό μου, για όσους κουράζει εύλογα ο όγκος του παραμυθιού...


Ήταν παραμονή Χριστουγέννων. Το χιόνι έπεφτε απαλά στους δρόμους και όλος ο κόσμος βιαζόταν να γυρίσει σπίτι του, πριν δύσει ο ήλιος. Στα χέρια τους κρατούσαν χρωματιστά πακέτα με σοκολάτες, παιχνίδια και ζαχαρωτά. Κάθε χρόνο τέτοια μέρα, τα παιδιά σε όλη τη Γερμανία περίμεναν με μεγάλη ανυπομονησία να έρθει η νύχτα, που θα έφερνε μαζί της και τα δώρα από τον μικρό Χριστό.

Στο σπίτι του γιατρού Στάλμπαουμ, ο Φριτς και η μικρή αδερφή του, η Μαίρη, στέκονταν έξω από την πόρτα του μεγάλου καθιστικού. Η μητέρα έχει δώσει αυστηρές διαταγές: Δεν θα περάσουν το κατώφλι αυτού του δωματίου, σε καμιά περίπτωση. Η μητέρα τους, όμως, δεν είχε πει κουβέντα για την κλειδαρότρυπα ή για την χαραμάδα κάτω από την πόρτα.

«Βλέπω το νονό Ντρόσελμαϊρ να πηγαίνει πέρα – δώθε.» ψιθύρισε ο Φριτς, που είχε σκύψει τόσο πολύ ώστε στηριζόταν σχεδόν στο κεφάλι του.
«Τι όμορφα πράγματα να μας φτιάχνει πάλι!» αναρωτήθηκε η Μαίρη. Ο νονός τους, εκτός από την παράξενη εμφάνιση που είχε, έφτιαχνε και πολύ παράξενα πράγματα. Αδύνατος σαν αράχνη, είχε ένα πρόσωπο γεμάτο ρυτίδες και στο δεξί του μάτι φορούσε πάντα ένα μαύρο πανί. Στο φαλακρό κεφάλι του, φορούσε μια περούκα με σγουρά μαλλιά – που την είχε φτιάξει μόνος του. Ο τρόπος που περπατούσε, κουνώντας άγαρμπα τα μακριά χέρια του με τα νευρικά δάχτυλα, θύμιζε ξεχαρβαλωμένη μαριονέτα.

Πραγματικά, είχε παράξενη συμπεριφορά, αλλά ήταν ένας υπέροχος νονός για τα παιδιά. Κάθε φορά που επισκεπτόταν τους Στάλμπαουμ, έφερνε για τον Φριτς και τη Μαίρη κάποιο υπέροχο παιχνίδι, που το είχε φτιάξει μόνος του. Άλλοτε ήταν ένα στρατιωτάκι που περπατούσε και χαιρετούσε στρατιωτικά, άλλοτε μια κούκλα που χτυπούσε παλαμάκια λέγοντας «Μαμά», κι άλλοτε ένα χρυσοποίκιλτο πουλί που χοροπηδούσε στο κλουβί του και τραγουδούσε. Ο νονός Ντρόσελμαϊρ ήταν ένας πολύ έξυπνος άνθρωπος που του άρεσε να ασχολείται με ελατήρια, γρανάζια και μηχανισμούς. Κάθε Χριστούγεννα, το δώρο του στα βαφτιστήρια του έμοιαζε με έργο τέχνης. Ήταν πραγματικά, τόσο λεπτοδουλεμένο και χαριτωμένο, που ο γιατρός Στάλμπαουμ και η γυναίκα του φοβόντουσαν μήπως τα παιδιά το σπάσουν. Αφού λοιπόν στην αρχή έδειχνα την χαρά και τον ενθουσιασμό τους, έπειτα τοποθετούσαν τα δώρα του μέσα στη γυάλινη βιτρίνα που βρισκόταν στο σαλόνι.

Καθώς σκοτείνιαζε όλο και περισσότερο, ο Φριτς και η Μαίρη, καθισμένοι δίπλα – δίπλα συζητούσαν τι δώρα θα τους έφερνε ο Νονός τους και τι δώρα θα τους έφερνε ο Χριστούλης. Η Μαίρη ήθελε μια καινούρια κούκλα για να κρατάει παρέα στην Μις Γκέρτρουντ και ο Φριτς χρειαζόταν κι άλλους στρατιώτες για να ενισχύσει το ιππικό και το πυροβολικό του στη μάχη.
Όλα ήταν σκοτεινά και ήσυχα τώρα μέσα στο σπίτι και τα δυο παιδιά, αγκαλιασμένα, είχαν απορροφηθεί κάνοντας όνειρα για τα ωραία πράγματα που θα υπήρχαν πίσω από την πόρτα του καθιστικού.


Επιτέλους, ένα καμπανάκι χτύπησε και άνοιξε η πόρτα. Μια πολύχρωμη λάμψη πλημμύρισε το χολ και τα παιδιά ξέσπασαν αυθόρμητα σε επιφωνήματα θαυμασμού: «Ω, ω, μα είναι καταπληκτικό!»

Αυτό που αντίκρισαν ο Φριτς και η Μαίρη, ήταν το πιο όμορφο Χριστουγεννιάτικο Δέντρο του κόσμου, στολισμένο με αμέτρητα μικρά κεράκια που φεγγοβολούσαν χορεύοντας στο ταβάνι. Από τα πράσινα κλαδιά, κρέμονταν κάθε λογής καλούδια: καρύδια και μήλα τυλιγμένα σε ασημόχαρτο, ζαχαρωμένα δαμάσκηνα, ροζ και κίτρινες καραμελίτσες, κουλουράκια σε σχήμα αστεριού, σταφιδόψωμα που έμοιαζαν με παιδιά, μπαστουνάκια μέντας, ως και μικροί παιχνιδάνθρωποι φτιαγμένοι από καραμέλα – σοκολατένιοι στρατιώτες και σιροπιαστοί κύριοι και κυρίες, βοσκοί και βοσκοπούλες φτιαγμένοι από ζάχαρη. Τενεκεδένιες τρομπέτες, σφυρίχτρες και όμορφες γυάλινες μπάλες κρέμονταν επίσης από το δέντρο. Όσο για τα δώρα που υπήρχαν από κάτω, ήταν τόσα πολλά που τα παιδιά δεν ήξεραν ποιο να πρωτοανοίξουν. Η Μαίρη χτύπησε παλαμάκια, ευχαριστημένη, όταν είδε μια πανέμορφη κούκλα, που αμέσως την βάφτισε «Μις Κλαιρ» και ο Φριτς άρχισε να χοροπηδάει και να χορεύει, όταν αντίκρισε μια ολόκληρη μεραρχία από στρατιώτες πάνω σε λευκά άλογα.

Η Μαίρη σκέφτηκε ότι το πιο όμορφο δώρο της ήταν ένα μεταξωτό φουστάνι με φιόγκους στα χρώματα του ουράνιου τόξου, ενώ ο Φριτς δήλωνε ενθουσιασμένος, καθώς χοροπηδούσε γύρω – γύρω στο δωμάτιο, ότι το ξύλινο αλογάκι του – με το κεφάλι του καρφωμένο σε ένα μακρύ ραβδί – θα του χρησίμευε πολύ στις μάχες.
Με όλα αυτά τα υπέροχα δώρα, η ώρα περνούσε και ο ενθουσιαμός των παιδιών δεν έλεγε να τελειώσει.

Τότε ο νονός Ντρόσελμαϊρ, παρουσίασε ένα ξεχωριστό δώρο. Άνοιξε ένα τεράστιο κουτί κι έδειξε σε όλους ένα μοναδικό παλάτι με χρυσούς πύργους και πολλά παράθυρα. Μόλις κούρδισε όλα τα κλειδιά, το παλάτι ζωντάνεψε! Ένας στρατιώτης βγήκε από το κουτί του και άρχισε να παρελαύνει πάνω – κάτω. Όμορφες κυρίες και κύριοι με πλατιά καπέλα και βελούδινα ρούχα, έκαναν βόλτα πίσω από τα παράθυρα, ενώ ένας Αρλεκίνος και μια Κολομπίνα χόρευαν στην αυλή. Καθώς τα κλειδιά ξεκουρδίζονταν, οι μικρές φιγούρες έκαναν όλο και πιο αργές κινήσεις, μέχρις ότου σταμάτησαν εντελώς. Ο νονός Ντρόσελμαϊρ ξανακούρδισε τα κλειδιά και η παράσταση άρχισε πάλι από την αρχή.

Ήταν μια εκπληκτική επίδειξη, αλλά ύστερα από λίγο ο Φριτς είπε ότι προτιμάει τους στρατιώτες του που υπάκουσαν στις διαταγές του και άρχισε να τους παρατάσσει για μάχη κάτω από το Χριστουγεννιάτικο Δέντρο. Η Μαίρη βαρέθηκε κι εκείνη το χορό και τις βόλτες που έκαναν οι μικρές φιγούρες, αλλά συνέχισε να παρακολουθεί, για να μην στενοχωρήσει το νονό της. Μέχρι τη στιγμή που κάτι, κάτω από το δέντρο, τράβηξε την προσοχή της.


Ήταν ένας μικρός, ξύλινος ανθρωπάκος, που στεκόταν εκεί υπομονετικά, περιμένοντας κάποιον να τον προσέξει. Είχε πολύ κοντά πόδια και πολύ μεγάλο κεφάλι. Φορούσε μια κοντή και στενή ξύλινη κάπα που εξείχε από την πλάτη του. Η υπόλοιπη φορεσιά του, έδειχνε ότι ήταν ένας άνθρωπος με γούστο. Ήταν ντυμένος αξιωματικός του στρατού, με ένα μοβ σακάκι με ασημένια κουμπιά και σιρίτια, με παντελόνι στο ίδιο χρώμα και γυαλιστερές, μαύρες μπότες.

Η Μαίρη τον ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα. Τα πράσινα μάτια του, αν και λιγάκι γουρλωτά, φανέρωναν καλοσύνη και αφοσίωση και τα γένια του, φτιαγμένα από βαμβάκι, άφηναν να φαίνονται τα κατακόκκινα χείλια και το πλατύ χαμόγελο του. «Ω, μπαμπά», αναφώνησε η Μαίρη, «για ποιον είναι αυτός ο γλυκός ανθρωπάκος;»
«Αυτός είναι ένας Καρυοθραύστης, από την παλιά και ευγενική οικογένεια των Καρυοθραυστών», είπε ο πατέρας της, ενώ έβαζε ένα καρύδι μέσα στο στόμα του ανθρώπου και κατέβαζε με φόρα την ξύλινη κάπα. «Νακ, νακ», ακούστηκε κι αμέσως το τσόφλι έσπασε και παρουσιάστηκε ένα ολόκληρο καρύδι.

«Και αφού σε εντυπωσίασε τόσο πολύ», συνέχισε ο πατέρας της, «θα τον δώσω σ’ εσένα για να τον φροντίζεις. Αλλά θα πρέπει να τον μοιράζεσαι με τον Φριτς.»
Η Μαίρη ενθουσιάστηκε από την ευκολία με την οποία έσπαζε τα καρύδια ο Καρυοθραύστης. Όμως, ο Φριτς, μουρμούρισε κάτι για «ασχημόφατσα» και διαλέγοντας τα πιο μεγάλα και σκληρά καρύδια που έβρισκε, τα έβαζε στο στόμα του φτωχού ανθρωπάκου. Μέχρι που, ξαφνικά… κρακ, κρακ… τρία δόντια έπεσαν από το στόμα του Καρυοθραύστη και το κάτω σαγόνι του κρέμασε.

Η Μαίρη τράβηξε τον Καρυοθραύστη από τα χέρια του αδερφού της και τον έκρυψε στην αγκαλιά της.
«Τι χρειάζεται ένας Καρυοθραύστης, όταν δεν μπορεί να κάνει την δουλειά του; Δώσ’ τον μου», είπε θυμωμένα ο Φριτς.
Η Μαίρη ξεμάκρυνε από τον αδερφό της, κλαίγοντας πικρά.
«Είσαι σκληρόκαρδος, Φριτς. Χτυπάς τα άλογα σου και τιμωρείς τους στρατιώτες σου και τώρα θες να βασανίσει αυτόν τον φτωχό, τραυματισμένο Καρυοθραύστη».
Ο πατέρας τους χώρισε τα παιδιά που μάλωναν. «Έδωσα τον Καρυοθραύστη στη Μαίρη για να τον φροντίζει και κανείς δεν θα με κάνει να αλλάξω απόφαση».
Τότε, η μητέρα της Μαίρης είπε ότι ήταν πολύ αργά και πως ήταν ώρα να τελειώσει η γιορτή. Ο Φριτς έβαλε τους στρατιώτες του στο ράφι της ντουλάπας με τα παιχνίδια του. Η Μαίρη βρήκε τα σπασμένα δόντια του Καρυοθραύστη και έδεσε το σαγόνι του με μια κορδέλα από το καινούργιο της φόρεμα. Ο νονός Ντρόσλεμαϊρ τους καληνύχτισε και όλοι πήγαν για ύπνο – εκτός από την Μαίρη, που παρακάλεσε να μείνει λίγο ακόμα ξύπνια.


Μόλις η Μάιρη έμεινε μόνη στο καθιστικό, η πρώτη δουλειά ήταν να εξετάσει τα τραύματα του Καρυοθραύστη. Φαινόταν τόσο χλωμός μέσα στο μισοφωτισμένο δωμάτιο και όμως, της χαμογελούσε με μια μελαγχολική ευγένεια που άγγιζε την καρδιά της. «Αγαπημένε μου Καρυοθραύστη», μουρμούρισε, «μη στενοχωριέσαι. Αύριο κιόλας θα φροντίσω να έχεις και τα δόντια και το σαγόνι σου. Ο νονός Ντρόσελμάϊρ ξέρει από τέτοια πράγματα».

Ακούγοντας το όνομα Ντρόσελμαϊρ, ο Καρυοθραύστης έκανε έναν απαίσιο μορφασμό. Τα μάτια του πέταξαν πράσινες σπίθες και η Μαίρη, παραλίγο να το βάλει στα πόδια από την τρομάρα. Ηρέμησε μόνο όταν τον κράτησε μπροστά στο φως και είδε το ευγενικό του πρόσωπο να της χαμογελάει ξανά.

«Πόσο ανόητη είμαι! Πως μου πέρασε από το μυαλό ότι μια ξύλινη κούκλα μπορεί να κάνει μορφασμούς!» είπε και ακούμπησε τρυφερά τον Καρυοθραύστη στο κρεβάτι της κούκλας της. Έπειτα έκλεισε το ντουλάπι με τα παιχνίδια και ετοιμάστηκε να ανέβει στο δωμάτιο της για ύπνο. Τότε έφτασαν στα αφτιά της εκείνα τα σουρσίματα και οι ψίθυροι. Η Μαίρη κοντοστάθηκε για να αφουγκραστεί καλύτερα.
Την ίδια στιγμή, το μεγάλο εκκρεμές άρχισε να σφυρίζει σιγανά και να γουργουρίζει, δείχνοντας έτσι ότι ετοιμαζόταν να σημάνει την ώρα. Η Μαίρη κοίταξε το ρολόι και έμεινε έκπληκτη: η χρυσωμένη κουκουβάγια, στην κορυφή του, είχε γείρει μπροστά το κεφάλι και με τις φτερούγες της σκέπαζε το δίσκο του ρολογιού. Τα σφυρίγματα δυνάμωσαν, δυνάμωσαν, ώσπου στο τέλος έγιναν λόγια. Λόγια που ήθελαν να προειδοποιήσουν για κάτι:

«Τον, τον, τον… Το, το, το.
Ο βασιλιάς των ποντικών
ακούει το γουργουρητό.
Ρας, ρος, ρας
Είναι η ώρα της συμφοράς.
Οι καμπάνες σημαίνουν.
Είναι η ώρα του πεπρωμένου».

Ύστερα το εκκρεμές χτύπησε βραχνά – τον, τον – δώδεκα φορές. Η Μαίρη κοίταξε το ρολόι και της φάνηκε πως η χρυσωμένη κουκουβάγια έλιωνε και άλλαζε σχήμα. Στη θέση της, στην κορυφή του ρολογιού, καθόταν τώρα ο νονός Ντρόσελμαϊρ. Έσκυβε το κεφάλι του μπροστά σαν της κουκουβάγιας, το πανωφόρι του στο πίσω μέρος είχε ανοίξει και οι δύο άκρες του κρέμονταν σαν φτερούγες, ενώ ο ίδιος κουνούσε τα χέρια του σαν να ήταν μάγος.
«Τι κάνεις εκεί πάνω, νονέ; Με κατατρόμαξες!» φώναξε η Μαίρη.
Όμως, πριν προλάβει να πει κάτι ακόμα, το δωμάτιο γέμισε από παράξενα σκουξίματα, τρεχαλητά και περίεργες λάμψεις, όχι από φώτα, όχι, αλλά από μικρά ματάκια. Εκατοντάδες ματάκια, χιλιάδες ματάκια από αμέτρητα ποντίκια που στριμώχνονταν το ένα δίπλα στο άλλο, καθώς ξεπηδούσαν από τις χαραμάδες του τοίχου και τ’ ανοίγματα που υπήρχαν στο σανιδένιο πάτωμα.


Ξαφνικά, εκεί μπροστά της, το πάτωμα άνοιξε και παρουσιάστηκε ο Βασιλιάς των Ποντικών. Κραδαίνοντας απειλητικά το σπαθί του κοίταξε τη Μαίρη, όχι με δύο ούτε με τέσσερα, αλλά με δεκατέσσερα μάτια, αφού είχε επτά απαίσια κεφάλια και στο καθένα φορούσε μια μικρή, χρυσή κορόνα. Ο Βασιλιάς των Ποντικών έδωσε τις προσταγές του με κοφτά σφυρίγματα και σε λίγο χρόνο ο μεγάλος στρατός του παρατάχτηκε για μάχη. Σχημάτισε μια γραμμή και – τροτ, τροτ, τροτ – προχώρησε μέχρι την ντουλάπα μέχρι την ντουλάπα με τα παιχνίδια, όπου καθόταν κουλουριασμένη η Μαίρη. Εκείνη, τρόμαξε πολύ. Μαζεύτηκε όσο περισσότερο μπορούσε, στριμώχτηκε στην πόρτα της ντουλάπας και τότε κατάλαβε ότι με τον αγώνα της έσπασε ένα τζαμάκι. Ο θόρυβος από το σπάσιμο έκανε τα ποντίκια να υποχωρήσουν σκούζοντας. Την ίδια στιγμή, η Μαίρη άκουσε από την ντουλάπα ένα διαφορετικό θόρυβο.

Τα παιχνίδια έκαναν «κάλεσμα στα όπλα». Πίσω από τα τζαμάκια της πόρτας έτρεχαν βιαστικά οι στρατιώτες και οι μαριονέτες, οι κούκλες και τα ζαχαρωτά ανθρωπάκια. Ο Καρυοθραύστης φώναζε:
«Κράκια, κράκια, κράκια
ανόητα ποντικάκια.
Θα σας σπάσουμε τα κεφαλάκια,
κράκια, κράκια, κράκια».

Τα τύμπανα χτύπησαν, ήχησαν οι σάλπιγγες. Και τότε όρμησε έξω από την ντουλάπα ο Καρυοθραύστης οδηγώντας τα παιχνίδια στη μάχη. Μόλις είδαν τον μικρό ξύλινο αρχηγό, τα ποντίκια συσπειρώθηκαν για να αντιμετωπίσουν το στρατό του εχθρού.
Τα ντουφέκια και το πυροβολικό έκαναν φοβερό θόρυβο. Μπουμ, μπουμ! Τα μικρά κανόνια πετούσαν δαμάσκηνα και καρύδια στο εχθρικό στρατόπεδο. Μόλις εξόντωναν όμως τη μια σειρά, αμέσως έπαιρνε τη θέση της άλλη σειρά με ποντίκια. Τα παιχνίδια έχαναν τη μάχη.

«Να έρθουν οι ενισχύσεις!» πρόσταξε ο Καρυοθραύστης και αμέσως βγήκαν από την ντουλάπα τα ψωμάκια – αγοράκια. Οι εχθροί, όμως, τους ροκάνισαν γρήγορα τα πόδια και εκείνα άρχισαν να χοροπηδούν αδέξια και να κουτρουβαλούν.
Η Μαίρη παρατήρησε με τρόμο ότι οι ορδές των ποντικών στρίμωχναν όλο και περισσότερο το μικρό στρατό του Καρυοθραύστη.

Όταν κάποια στιγμή, τρία ποντίκια άρπαξαν το σπαθί του Καρυοθραύστη και ο Βασιλιάς τους γρύλισε, «επιτέλους, σε νίκησα», εκείνη δεν το άντεξε.
«Αχ, φτωχέ μου Καρυοθραύστη», είπε ξεσπώντας σε λυγμούς και πέταξε με δύναμη το παπούτσι της στον Βασιλιά των Ποντικών.


Αμέσως τα ποντίκια εξαφανίστηκαν. Η Μαίρη ένιωσε πόνο στο χέρι της από την προσπάθεια και καθώς έπεφτε στο πάτωμα λιπόθυμη, άκουσε – σαν μέσα σε όνειρο – τη θλιμμένη φωνή του Καρυοθραύστη να της λέει: «Αγαπητή μου, μου σώσατε τη ζωή και για αυτό σας χρωστάω αιώνια ευγνωμοσύνη. Στο χέρι σας είναι πάντως να κάνετε περισσότερα πράγματα για μένα».

Όταν συνήλθε η Μαίρη, είδε ότι βρισκόταν στο κρεβάτι της και η μητέρα της έσκυβε από πάνω της όλο φροντίδα. Ο ήλιος γλιστρούσε λαμπερός μέσα από τα τζάμια. «Αχ, μαμά», είπε η Μαίρη, «είδα μια φοβερή μάχη ανάμεσα στα ποντίκια και στα παιχνίδια».

Η μητέρα της την κοίταξε ανήσυχη. «Είχες εφιάλτες, γλυκιά μου. Εγώ σε βρήκα πεσμένη στο πάτωμα του καθιστικού, λίγο μετά τα μεσάνυχτα. Στο χέρι σου είχες ένα άσχημο κόψιμο. Οι στρατιώτες του Φριτς είχαν σκορπίσει τριγύρω και ο Καρυοθραύστης ακουμπούσε τη ματωμένη πληγή σου. Χρειάζεσαι ησυχία και ξεκούραση».

Η Μαίρη αναστέναξε. Κανένας δεν θα την πίστευε αν έλεγε όσα είχαν γίνει το περασμένο βράδυ. Έτσι, έμεινε στο κρεβάτι όλη μέρα ήρεμη, μέχρι τη στιγμή που την επισκέφτηκε ο νονός της.
Μόλις μπήκε στο δωμάτιο, εκείνη ανακάθισε και του φώναξε:
«Αχ, νονέ, τι απαίσιος που ήσουν! Καθόσουν πάνω στο ρολόι και φώναζες στον Βασιλιά των Ποντικών. Γιατί δεν βοήθησες τον Καρυοθραύστη; Γιατί δεν βοήθησες εμένα;»
«Ανοησίες», έκανε ο Ντρόσελμαϊρ τραχιά, καθώς προχωρούσε με νευρικά τινάγματα. «Μην τα βάζεις μαζί μου που δεν σκότωσα τον Βασιλιά των Ποντικών. Αυτό δεν γίνεται τώρα. Αλλά μέχρι να έρθει αυτή η στιγμή, εγώ έχω για σένα κάτι που θα σε κάνει ευτυχισμένη».

Έβγαλε από την τσέπη του τον Καρυοθραύστη που τα δόντια και το σπασμένο σαγόνι του είχαν μπει στη θέση τους, και της τον έδωσε. Η Μαίρη αγκάλιασε το νονό της.
«Είσαι ένας υπέροχος νονός!» του είπε.
«Πάντως, παραδέξου», είπε εκείνος, «ότι ο Καρυοθραύστης δεν είναι και τόσο χαριτωμένος. Θα σου διηγηθώ, λοιπόν, πως έγινε τόσο άσχημος και γιατί είναι εχθρός με τον Βασιλιά των Ποντικών».


Πριν πολλά – πολλά χρόνια γεννήθηκε σε ένα μικρό Βασίλειο κοντά στη Νυρεμβέργη, μια όμορφη πριγκίπισσα που την έλεγαν Πίρλιπατ. Και ενώ ο βασιλιάς ήταν όλο χαρά, η βασίλισσα ένιωθε μεγάλη ανησυχία και αγωνία για την κόρη της. Φοβόταν μια άλλη βασίλισσα που ζούσε μέσα στο ίδιο παλάτι – τη βασίλισσα των ποντικών. Την έλεγαν Κυρία Μάουσρινκ. Η Κυρία Μάουσρινκ είχε θυμώσει πολύ γιατί πριν από μερικά χρόνια, ο βασιλιάς είχε σκοτώσει τους επτά γιους της.
«Περίμενε και θα δεις», είχε προειδοποιήσει τη βασίλισσα.
«Μόλις γεννηθεί το πρώτο σου παιδί, εγώ θα το καταραστώ».

Έτσι, νύχτα – μέρα πρόσεχαν την κούνια της Πίρλιπατ έξι παραμάνες και έξι γάτες. Ένα βράδυ, όμως, αποκοιμήθηκαν όλοι – γάτες και παραμάνες. Όταν ξύπνησαν από τα κλάματα της μικρής πριγκίπισσας, είδαν την Κυρία Μάουσρινκ να πηδάει από την κούνια και να εξαφανίζεται σε μια χαραμάδα, στο πάτωμα.

Αμέσως οι παραμάνες όρμησαν στην κούνια, αλλά αυτό που είδαν, τις έκανε να υποχωρήσουν τρομαγμένες. Στη θέση της γλυκιάς πριγκίπισσας με τα γαλάζια μάτια και τα όμορφα χαρακτηριστικά υπήρχε τώρα ένα αντιπαθητικό μωρό με πράσινα, γουρλωτά μάτια, που κοιτούσαν ανέκφραστα. Είχε κεφάλι μεγάλο για το κορμάκι του και ένα απαίσιο στόμα σαν γραμμή χώριζε το πρόσωπο από το ένα αφτί μέχρι το άλλο.
Ο βασιλιάς έριξε το φταίξιμο στον άνθρωπο από τη Νυρεμβέργη που είχε προσλάβει για να διώξει από το παλάτι όλα τα ποντίκια. Στην πραγματικότητα, αυτός ο άνθρωπος ήταν εφευρέτης, αφού είχε φτιάξει για αυτή τη δουλειά την πρώτη ποντικοπαγίδα στον κόσμο. Τον έλεγαν Χριστιανό – Ηλία Ντρόσελμαϊρ.

«Φρόντισε να δώσεις ξανά στην πριγκίπισσα την ομορφιά της», πρόσταξε ο βασιλιάς, «διαφορετικά θα σε σκοτώσω». Ο Ντρόσελμαϊρ μπορεί να ήταν ένας πολύ έξυπνος άνθρωπος, αλλά δεν ήταν και μάγος. Έτσι, πήγε στον αστρονόμο της Αυλής να ζητήσει βοήθεια. Συμβουλεύτηκαν και οι δύο μαζί τ’ άστρα και αφού σχεδίασαν με κάθε λεπτομέρεια το ωροσκόπιο της πριγκίπισσας, είδαν ότι τα φρικτά μάγια λύνοντας μόνο αν εκείνη έτρωγε ένα σπάνιο είδος καρυδιού, το Κρακατούκ. Το τσόφλι του, όμως, ήταν τόσο σκληρό που δεν μπορούσε να το σπάσει ούτε κανόνι. Και ακόμα χειρότερα, αυτό το Κρακατούκ, έπρεπε να το σπάσει ένας νέος που δεν είχε ξυριστεί ποτέ στη ζωή του και φορούσε πάντα μπότες.

Ο Ντρόσελμαϊρ ξεκίνησε αμέσως να βρει το Κρακατούκ. Έψαξε παντού. Ταξίδεψε σε κάθε γωνιά της Ασίας και της Αφρικής και μετά από άκαρπες έρευνες που κράτησαν δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια, αποφάσισε απελπισμένος να επιστρέψει στον βασιλιά και να αντιμετωπίσει τις συνέπειες.
Καθώς πλησίαζε όμως τη Νυρεμβέργη, το μέρος που είχε γεννηθεί, σκέφτηκε να κάνει μια τελευταία επίσκεψη στον αδερφό του, που η δουλειά του ήταν να φτιάχνει παιχνίδια.
Μόλις διηγήθηκε στον αδερφό του τη δυστυχισμένη ιστορία του, εκείνος αναφώνησε: «Τι καλά που έκανες και με επισκέφτηκες! Έχω και το Κρακατούκ και τον νεαρό που μπορεί να το σπάσει!»

Και λέγοντας αυτά, έβγαλε από ένα κουτί ένα καρύδι μέτριο σε μέγεθος που το είχε αγοράσει πριν από λίγα χρόνια από έναν παράξενο έμπορο. Στο τσόφλι του ήταν σκαλισμένη η λέξη Κρακατούκ. Έπειτα φώναξε το γιο του, που πραά τα δεκαοχτώ του χρόνια, είχε ακόμα μάγουλα ροδαλά και απαλά. Ο νεαρός Ντρόσελμαϊρ δεν είχε ξυριστεί ποτέ στη ζωή του, φορούσε πάντα μπότες και η διασκέδαση του ήταν να σπάζει με τα δόντια του καρύδια σκληρά σαν ατσάλι. Οι νεαρές κυρίες της Νυρεμβέργης, που για χάρη τους εκείνος έσπαζε τα χριστουγεννιάτικα καρύδια, τον έλεγαν «Ο ωραίος Καρυοθραύστης».


Ο γέρο – Ντρόσελμαϊρ και ο ανιψιός του ξεκίνησαν αμέσως για την Αυλή του βασιλιά. Και εκεί, όμως, τα πράγματα είχαν αλλάξει. Μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια που ο Ντρόσελμαϊρ έψαχνε για το Κρακατούκ, η Πίρλιπατ είχε γίνει ακόμα πιο άσχημη. Ο βασιλιάς, πάνω στην απελπισία του, είχε υποσχεθεί πως θα έδινε το χέρι της κόρης του σε όποιον έλυνε τα μάγια.

Μόλις η πριγκίπισσα αντίκρισε τον νεαρό Ντρόσελμαϊρ, αναστέναξε:
«Αχ, είναι τόσο όμορφος! Ελπίζω αυτός να σπάσει το καρύδι».
Ο νεαρός δεν έχασε την ώρα του. Έβαλε το Κρακατούκ ανάμεσα στα δόντια του, δάγκωσε με δύναμη και – κρακ, κρακ – το τσόφλι έγινε κομμάτια.
Η πριγκίπισσα έφαγε το καρύδι και – τι θαύμα! – μεταμορφώθηκε αμέσως σε μια πεντάμορφη κοπέλα. Είχε λαμπερά γαλάζια μάτια, μικρά ρόδινα χείλη και χρυσά μαλλιά, όμορφα σαν μετάξι.

Εκείνη τη στιγμή ακριβώς, ξεπήδησε η Κυρία Μάουσρινκ από μια χαραμάδα στο πάτωμα και ο νεαρός Ντρόσελμαϊρ κάνοντας τυχαία ένα βήμα πίσω, την πάτησε. Αμέσως η μορφή του άλλαξε, όπως ακριβώς είχε γίνει με την πριγκίπισσα πριν από δεκαπέντε χρόνια.

Τώρα εκείνος είχε γουρλωτά μάτια, ένα στόμα σχιστό από το ένα αφτί μέχρι το άλλο και ένα κεφάλι υπερβολικά μεγάλο για το σώμα του.
Το χνούδι στα μάγουλα του έγινε ένα κατάλευκο μούσι και η μπέρτα του μεταμορφώθηκε σε ξύλινη χειρολαβή, που ρύθμιζε την κίνηση στο σαγόνι του.
Καθώς η Κυρία Μάουσρινκ βρισκόταν ετοιμοθάνατη στο πάτωμα, ψιθύρισε:
«Ο νεογέννητος μου γιος με τις επτά κορόνες θα σε σκοτώσει γρήγορα και δίχως τσιριμόνιες. Το θάνατο της μητέρας του θα ξεπληρώσει. Πρόσεχε, Καρυοθραύστη, τι θα σου ξημερώσει».

Βλέποντας τον μεταμορφωμένο ανιψιό του, ο γερό – Ντρόσελμαϊρ αναστέναξε λυπημένος, αλλά θύμισε στον βασιλιά και την υπόσχεση του.
Η πριγκίπισσα, όμως, τώρα δεν ήθελε να ακούσει κουβέντα.
«Τι!» φώναξε. «Εγώ να παντρευτώ αυτόν τον απαίσιο Καρυοθραύστη; Διώξτε τον αμέσως!"

Την ίδια κιόλας μέρα ο Καρυοθραύστης, μαζί με τον θείο του, εξορίστηκαν από το βασίλειο. Προτού φύγουν όμως, ο αστρονόμος της Αυλής συμβουλεύτηκε τα άστρα και είπε ότι κάποια μέρα ο Καρυοθραύστης θα μπορούσε να γίνει πρίγκιπας. Μόνο που για να λυθούν τα μάγια και να φύγει η κατάρα, θα έπρεπε να σκοτώσει πρώτα το γιο της Κυρίας Μάουσρινκ και ύστερα να τον αγαπήσει μια κοπέλα, παραβλέποντας την ασχήμια του.
«Αυτή», είπε ο νονός της Μαίρης, «είναι η ιστορία για την ασχήμια του Καρυοθραύστη». Έπειτα, τακτοποίησε προσεκτικά τα σκεπάσματα της και την καληνύχτισε.


Εκείνο το βράδυ, η Μαίρη άργησε να αποκοιμηθεί. «Τι αχάριστη που ήταν η πριγκίπισσα Πίρλιπατ», σκεφτόταν. Και όσο στριφογύριζε στο μυαλό της η ιστορία που της είχε διηγηθεί ο νονός της, τόσο σιγουρευόταν πως ο άτυχος νεαρός Ντρόσελμαϊρ ήταν ο δικός της Καρυοθραύστης, που το είχε καταραστεί η κυρία Μάουσρινκ. «Καλέ μου, Ντρόσελμαϊρ», ψιθύρισε η Μαίρη στον Καρυοθραύστη, «να υπολογίζεις πάντα στη βοήθεια μου».

Τη στιγμή που την έπαιρνε ο ύπνος, άκουσε κάτι σαν θρόισμα, σαν σιγανό σκούξιμο. Αμέσως άνοιξε τα μάτια της. Στο τραπεζάκι, πλάι στο κρεβάτι της, στεκόταν ο Βασιλιάς των Ποντικών!
«Δώσε μου τις καραμέλες και τα ζαχαρωτά σου, διαφορετικά θα σκοτώσω τον Καρυοθραύστη», σφύριξε εκείνος.

Η Μαίρη έδωσε τα γλυκίσματα στο απαίσιο ποντίκι αλλά το επόμενο βράδυ, εκείνο επέστρεψε με μεγαλύτερες απαιτήσεις.
«Να μου δώσεις τα ζαχαρωτά – ανθρωπάκια, διαφορετικά θα καταστρέψω τον Καρυοθραύστη».
Η Μαίρη λάτρευε τους μικρούς βοσκούς και τις χαριτωμένες βοσκοπούλες, καθώς και τους μικρούς κυρίους και κυρίες από αμυγδαλόψιχα. Δεν ήθελε να τους αποχωριστεί, αλλά έκανε και αυτή τη θυσία για χάρη του Καρυοθραύστη. Το εφτακέφαλο ποντίκι, όμως, και πάλι δεν έμεινε ευχαριστημένο.

Το τρίτο βράδυ πήδησε βαριά στο μαξιλάρι της και τσίριξε στο αφτί της: «Να μου δώσεις τα βιβλία, τα φορέματα και τις δαντέλες σου, διαφορετικά άρχισε να τρέμεις, γιατί του Καρυοθραύστη το τέλος πλησιάζει!»
Η Μαίρη σηκώθηκε από το κρεβάτι της και πήγε κάτω, στην ντουλάπα με τα παιχνίδια. Τα δάκρυα αυλάκωναν τα μάγουλα της και τα αναφιλητά έκαναν τη φωνή της να τρέμει. «Αχ, αγαπητέ μου Ντρόσελμαϊρ¨, είπε στον Καρυοθραύστη. «Τι θα κάνω; Και να δώσω στον Βασιλιά των Ποντικών τα όμορφα χρωματιστά βιβλία μου και το καινούργιο χριστουγεννιάτικο φόρεμα μου, εκείνος θα ξανάρθει αύριο το βράδυ και θα ζητήσει κάτι άλλο. Σε λίγο, όταν δεν θα έχει μείνει τίποτα πια για να του δώσω, εκείνος θα… θα φάει εμένα!»

Καθώς μιλούσε, πρόσεξε μια ξεραμένη κηλίδα αίμα στο λαιμό του Καρυοθραύστη, σημάδι από τη μάχη ανάμεσα στα ποντίκια και τα παιχνίδια. Έβγαλε το μαντίλι της για να τη σκουπίσει και καθώς έτριβε το λαιμό του, ένιωσε το ξύλινο σώμα του να παίρνει μια ανθρώπινη ζεστασιά μέσα στα χέρια της. Έπειτα εκείνος άρχισε να κουνιέται και, τέλος, να μιλάει με δυσκολία:
«Λατρευτή μου δεσποινίς, σας παρακαλώ… όχι άλλες θυσίες για μένα. Ας μου βρείτε μόνο ένα σπαθί, και τα υπόλοιπα αφήστε τα σε μένα».
Η φωνή του έσβησε και έγινε ξανά μια ξύλινη, άψυχη κούκλα.
Η Μαίρη πήρε το σπαθί από ένα στρατιωτάκι του Φριτς και το στερέωσε στη μέση του ξύλινου ανθρωπάκου. Ύστερα γύρισε στο κρεβάτι της.

Το ρολόι χτύπησε μεσάνυχτα και από κάτω ακούστηκε ένα θρόισμα και μια φασαρία από κλαγγή όπλων. Ξαφνικά, ένα διαπεραστικό σκούξιμο έσκισε την ησυχία της νύχτας και έπειτα έγινε σιωπή.

Σε λίγο η Μαίρη άκουσε ένα μαλακό χτύπημα στην πόρτα και μια απαλή φωνή είπε: «Έχω καλά νέα, δεσποινίς Στάλμπαουμ».
Η πόρτα άνοιξε και μπήκε ένα ζωηρό αγόρι στο ύψος του Φριτς. Η Μαίρη αναγνώρισε αμέσως τον Καρυοθραύστη, γιατί το μεγάλο κεφάλι και τα χαρακτηριστικά του ήταν τα ίδια. Από την πλάτη του, άλλωστε, προεξείχε η ξύλινη λαβή.

Γονάτισε πλάι στο κρεβάτι της και τράβηξε από το χέρι του επτά χρυσά βραχιόλια. «Παρακαλώ, να τα δεχθείτε σαν ένα δείγμα της ευγνωμοσύνης μου», είπε, καθώς της έδινε τις μικροσκοπικές κορόνες του Βασιλιά των Ποντικών. Τώρα θα μου κάνετε μεγάλη τιμή αν με ακολουθήσετε στο βασίλειο μου και μοιραστείτε μαζί μου τον θρίαμβο μου».

Έπιασε τη Μαίρη από το χέρι και την οδήγησε κάτω στο χολ. Έπειτα μπήκαν στην ξύλινη γκαρνταρόμπα, βρήκαν το γούνινο παλτό του Δρ. Στάλμπαουμ και από το μανίκι ο Καρυοθραύστης τράβηξε μια μικρή σκάλα.
«Ω, δεν έχω ξαναδεί ποτέ αυτή τη σκάλα!» έκανε έκπληκτη η Μαίρη.
Ο Καρυοθραύστης της χαμογέλασε. «Υπάρχουν πολλά πράγματα ακόμα που δεν τα έχετε δει και θα μου άρεσε πολύ να σας τα δείξω», της είπε καθώς την οδηγούσε από τη σκάλα στη Χώρα των Παιχνιδιών.


Εδώ έπεφτε πυκνό χιόνι, αλλά δεν έκανε καθόλου κρύο. Όταν η Μαίρη έπιασε μια νιφάδα με τη γλώσσα της – προς μεγάλη της έκπληξη – είδε πως ήταν γλυκιά σαν ζάχαρη! Τριγύρω τους το πευκοδάσος λαμπύριζε από χρυσά και ασημένια φρούτα και σκόρπιζε παντού τη λεπτή ευωδιά του πορτοκαλιού.
«Είναι ένα χριστουγεννιάτικο δάσος», είπε ο Καρυοθραύστης.

Χτύπησε παλαμάκια και αμέσως παρουσιάστηκε μπροστά τους μια ομάδα από μικρούς βοσκούς και βοσκοπούλες. Ήταν όλοι τόσο λευκοί και λεπτοκαμωμένοι, που φαίνονταν σαν να ήταν από ζάχαρη. Την ίδια στιγμή πίσω από τα δέντρα, έκαναν την εμφάνιση τους μερικές μικρές φιγούρες με καλαμένιες φλογέρες και σουραύλια. Και καθώς έπαιζαν μια γλυκιά μουσική, οι βοσκοί και οι βοσκοπούλες χόρευαν για τη Μαίρη.

Ο Καρυοθραύστης προχώρησε μαζί της στις όχθες του Λεμοναδοπόταμου και από εκεί συνέχισαν το δρόμο τους για τη Ζαχαρούπολη και το Σταφιδοχώρι, ώσπου έφτασαν στον ποταμό Μέλι. «Αυτή την περιοχή θα την αποφύγουμε», είπε ο Καρυοθραύστης, «γιατί εδώ όλοι υποφέρουν από πονόδοντο και είναι συνέχεια εκνευρισμένοι». Έτσι, έφτασαν τελικά σε μια λίμνη με ρόδινα νερά. «Δεν μένει παρά να διασχίσουμε τη Ροδολίμνη και να φτάσουμε στη χώρα των Παιχνιδιών, όπου το Παλάτι και οι Αυλικοί με περιμένουν», είπε ο Καρυοθραύστης.

Μπήκαν σε μια γυάλινη βάρκα, σε σχήμα κύκνου, που λαμποκοπούσε από τα πολύτιμα πετράδια. Την ώρα που διέσχιζαν τη λίμνη, η Μαίρη είπε ενθουσιασμένοι: «Ω, κοιτάξτε! Κάθε κύμα έχει το πρόσωπο ενός όμορφου κοριτσιού που μας χαμογελάει. Αυτή θα είναι η πριγκίπισσα Πίρλιπατ».

«Αυτό είναι το χαριτωμένο πρόσωπο σας, αγαπητή μου δεσποινίς», αποκρίθηκε ο Καρυοθραύστης, κάνοντας τη Μαίρη να νιώσει ξαφνικά ντροπαλή και αμήχανη.
Μόλις πλησίασαν την ακτή, τους τύλιξε ένα υπέροχο άρωμα από κάθε είδους μαρμελάδα. «Εκείνο εκεί πέρα, είναι το Άλσος της Μαρμελάδας», είπε ο Καρυοθραύστης.
«Και ποια είναι εκείνη η όμορφη κυρία;» ρώτησε η Μαίρη.

Εκεί, στο Άλσος, σε ένα φιδωτό μονοπάτι από ζαχαρωμένα αμύγδαλα και σταφίδες, στεκόταν μια υπέροχη κοπέλα που φορούσε ένα αραχνοΰφαντο, ροζ – άσπρο φόρεμα και έλαμπε σαν δροσοσταλίδα. Ήταν τόση η ομορφιά της, που η Μαίρη δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια από πάνω της.

«Είναι η Νεραϊδοζαχαρένια. Όταν λείπω εγώ, αυτή προσέχει το Βασίλειο μου και τους ανθρώπους μου», είπε ο Καρυοθραύστης.
Η Νεραϊδοζαχαρένια, τους πλησίασε ανάλαφρα σαν να πετούσε και τα πόδια της να μην ακουμπούσαν στη γη. Υποκλίθηκε ευγενικά μπροστά στον Καρυοθραύστη και είπε: «Καλώς όρισες, Πρίγκιπα μας, στο Βασίλειο μας».

Ο Καρυοθραύστης της διηγήθηκε για τη μάχη με τον Βασιλιά των Ποντικών και της μίλησε για τη Μαίρη, που του είχε σώσει τη ζωή. «Σε ρωτώ», είπε τελειώνοντας ο Καρυοθραύστης, «ποια πριγκίπισσα συγκρίνεται σε ομορφιά και καλοσύνη με τη δεσποινίδα Στάλμπαουμ; Εγώ λέω, καμιά!».

Τότε, η Νεραϊδοζαχαρένια φίλησε τη Μαίρη και είπε: «Ας πάμε τώρα όλοι στο Παλάτι να γιορτάσουμε τον ερχομό της δεσποινίδας Στάλμπαουμ και τη νίκη του Πρίγκιπα μας!».


Προχώρησαν στο μονοπάτι, ώσπου έφτασαν σε μια μεγάλη πύλη φτιαγμένη από καραμέλες. Στο βάθος ξεχώριζαν οι ολόλευκοι τοίχοι και οι πύργοι του Παλατιού – Αμυγδαλωτού. Παντού υπήρχαν τριαντάφυλλα, τουλίπες και βιολέτες, ενώ χρυσά και ασημένια αστέρια στόλιζαν το ανάκτορο και τους πύργους.

Στην Αυλή περίμεναν για να καλωσορίσουν τον Πρίγκιπα τους, άνθρωποι κάθε είδους που ήταν στο μπόι μεγαλύτεροι από τις κούκλες της Μαίρης. Είχαν έρθει τσιγγάνοι από την Ισπανία, βοσκοί από την Ελβετία, κοπέλες από την Δανία, Πρώσοι αξιωματικοί και πολλοί άλλοι ακόμα.

Μόλις η Μαίρη και ο Καρυοθραύστης πέρασαν την πύλη, τρεις Ρώσοι Κοζάκοι φώναξαν: «Ζήτω ο Πρίγκιπας Καρυοθραύστης!» Κάνοντας ψηλά ένα πήδημα, χτύπησαν τις μπότες τους στον αέρα και ύστερα άρχισαν να χορεύουν γυρίζοντας γύρω – γύρω σαν σβούρες, όσο πιο γρήγορα μπορούσαν.
«Είστε όλοι καλεσμένοι απόψε στο επίσημο γεύμα», είπε ο Καρυοθραύστης.

Και οδήγησε την Μαίρη στο παλάτι, σε μια υπέροχη κρυστάλλινη αίθουσα με χρυσά τραπεζάκια και καρεκλίτσες, που θύμισαν στην Μαίρη τα μικρά έπιπλα του κουκλόσπιτου της.
Ένας γέρο – Κινέζος προχώρησε σεινάμενος – κουνάμενος στο θρόνο όπου καθόταν το ζευγάρι. Κουβαλούσε μια τεράστια τσαγέρα, ενώ δυο κοπέλες που φορούσαν μεταξωτές πιτζάμες τον βοηθούσαν να σερβίρει το τσάι. Εκείνες, κουνώντας τις βεντάλιες τους μπροστά στα πρόσωπα τους, που ήταν λευκά και λεπτοκαμωμένα – σαν πορσελάνη – υποκλίθηκαν. Έπειτα, κάνοντας μικρά βηματάκια προς τα πίσω, άρχισαν έναν εξωτικό χορό από την μακρινή Κίνα.

Πιάτα γεμάτα γλυκίσματα διαδέχονταν το ένα το άλλο. Σοκολάτες από την Ισπανία, λουκούμια από την Τουρκία, γερμανικά σταφιδόψωμα, κέικ και πουτίγκες, έφταναν κάθε τόσο μπροστά στη Μαίρη και τον Καρυοθραύστη. Τη στιγμή που η Μαίρη δάγκωνε και το τελευταίο γλυκό, εμφανίστηκε μια κοπέλα από την Αραβία. Φορούσε όμορφα, χρωματιστά πέπλα και στα πόδια της είχε χρυσά βραχιόλια, που κουδούνιζαν μελωδικά στο κάθε βήμα της. Τους πρόσφερε γλυκό, δυνατό καφέ μέσα σε μικρές κούπες και ύστερα άρχισε έναν χορό τόσο αργό, που υπνώτιζε τους θεατές. Η Μαίρη βούλιαξε στο θρόνο της με νωχελική ευχαρίστηση και απόλαυσε την απαλή μουσική που ξεχυνόταν από κάθε γωνιά της αίθουσας. Την ίδια στιγμή, εκατοντάδες ανθρωπάκια – λουλούδια, παρατάχθηκαν μπροστά της για το Βαλς των Λουλουδιών.


Ο Καρυοθραύστης, χαμογέλασε στη Μαίρη και στα πράσινα μάτια του έλαμψε η αγάπη. «Αγαπητή μου, θέλετε να χορέψουμε;»
Και καθώς τα βήματα τους γλιστρούσαν στο μαρμαρένιο πάτωμα, η Μαίρη ψιθύρισε: «Μπορεί να συμβαίνουν όλα αυτά; Είναι αλήθεια; Βρίσκομαι στη Χώρα των Παιχνιδιών και χορεύω μαζί σας;»
Ο Καρυοθραύστης τη βοηθούσε να χορεύει υπέροχα, ακολουθώντας τη μουσική. Της χαμογέλασε, αλλά δεν είπε τίποτα.

«Ξέρω ότι δεν είναι όνειρο», συνέχισε η Μαίρη, «προσπαθώ απλώς να βρω τα σωστά λόγια. Μοιάζει με… με… με τα μικρά θαύματα που έφτιαχνε ο νονός Ντρόσελμαϊρ».
Τα μάτια του Καρυοθραύστη άστραψαν θυμωμένα – η Μαίρη τα είχε δει έτσι μόνο άλλη μία φορά. «Ο νονός σας δεν θα φανταζόταν ποτέ κάτι τέτοιο», της απάντησε κάπως πικρά και έπειτα την παρέσυρε ξανά στο ρυθμό του βαλς.


«Αλήθεια είναι», σκέφτηκε η Μαίρη. «Όλα και όλοι εδώ είναι τόσο… τόσο… δεν ξέρω – αξιαγάπητοι και υπέροχοι και γεμάτοι ζωντάνια. Όχι σαν τις άψυχες δημιουργίες του νονού. Παρόλο που ήρθα μόλις τώρα και όλα είναι καινούρια για μένα, νιώθω να με τυλίγει μια φιλική ατμόσφαιρα, σαν να βρίσκομαι στο σπίτι μου. Θα μου άρεσε να μείνω για πάντα εδώ». Η μουσική πάλι την αγκάλιασε και εκείνη αφέθηκε σε μια θερμή, ρόδινη αίσθηση που την έκανε να νιώθει ανάλαφρη. Είχε την εντύπωση ότι πετούσε ψηλά… πιο ψηλά… όλο και πιο ψηλά.

Το επόμενο πρωί, η Μαίρη κατάλαβε ότι βρισκόταν στο κρεβάτι της.
«Η μαμά θα πει πως ήταν ένα όνειρο και ο Φριτς ότι όλα αυτά τα φαντάστηκα», αναστέναξε.
Έτσι, δεν μίλησε ποτέ για τις όμορφες εικόνες που είχε αντικρίσει και τις όμορφες στιγμές που είχε ζήσει στη Χώρα των Παιχνιδιών. Ακόμα και όταν μεγάλωσε και δεν έπαιζε πια με τις κούκλες, την έβρισκαν συχνά μπροστά στο ντουλάπι με τα παιχνίδια, βυθισμένη σε ονειροπολήματα.
Ο νονός της, που εκείνη τη στιγμή έφτιαχνε το ρολόι, την άκουσε. «Ανοησίες», είπε κοφτά.

Αλλά μόλις μίλησε, η πόρτα του καθιστικού άνοιξε και μπήκε μέσα ένας γοητευτικός νεαρός. Ξαφνικά, ο νονός της έδειχνε σαν να ήταν ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στον κόσμο. Πήδησε κάτω από το μεγάλο εκκρεμές και σύστησε τον κομψό νέο σαν τον ανιψιό του από την Νυρεμβέργη. Ο νεαρός Ντρόσελμαϊρ, έσκυψε και χάρισε στην Μαίρη ένα μικρό κουτί με ζαχαρωτά, όμοια με εκείνα που είχε καταστρέψει ο Βασιλιάς των Ποντικών. Δεν ξέχασε όμως και τον Φριτς. Σε αυτόν έφερε για δώρο ένα αληθινό, ασημένιο ξίφος.


Στο δείπνο εκείνο το βράδυ, η Μαίρη κοκκίνισε σαν τριαντάφυλλο, βλέποντας τον νεαρό να σπάζει αμύγδαλα για να φάνε οι άλλοι. Και έγινε ακόμα πιο κόκκινη όταν μετά το δείπνο εκείνος της ζήτησε να τον συνοδέψει στο ντουλάπι με τα παιχνίδια.
Μόλις έμειναν μόνοι, γονάτισε μπροστά στη Μαίρη και είπε:

«Αγαπημένη μου Μαίρη, περίμενα πολύ μέχρι να φτάσει αυτή η στιγμή. Λέγοντας ότι με αγαπάς, έλυσες και τα μάγια που με βασάνιζαν τόσα χρόνια. Κάνε με τώρα να νιώσω ευτυχισμένος, λέγοντας ότι θέλεις να γίνει και η Βασίλισσα μου στη Χώρα των Παιχνιδιών, όπου πλέον είμαι Βασιλιάς».

Οι γονείς της Μαίρης έδωσαν την συγκατάθεση τους – ο νονός Ντρόσελμαϊρ έδωσε τις ευχές του – για το γάμο και μέχρι σήμερα η Μαίρη και ο γοητευτικός Καρυοθραύστης, βασιλεύουν σε ένα κόσμο όπου συμβαίνουν όλα αυτά τα υπέροχα πράγματα. Είναι ο κόσμος όπου ζουν όσοι έχουν μάθει να βλέπουν με τα μάτια της ψυχής.

Παραμονή Χριστουγέννων. Το χιόνι έπεφτε απαλά στους δρόμους και όλος ο κόσμος βιαζόταν να γυρίσει σπίτι του, πριν δύσει ο ήλιος. Στα χέρια τους κρατούσαν χρωματιστά πακέτα με σοκολάτες, παιχνίδια και ζαχαρωτά. Κάθε χρόνο τέτοια μέρα, τα παιδιά σε όλη τη Γερμανία περίμεναν με μεγάλη ανυπομονησία να έρθει η νύχτα…


Έρνεστ Τέοντορ Αμαντέους Χόφμαν
Διασκευή: Αλέξανδρος Δουμάς

Μετάφραση: Αλεξάνδρα Μάντη

Tchaikovsky' Nutcracker Soundtrack


Έτσι λοιπόν, κάθε παραμύθι κρύβει από πίσω του, μια αλήθεια. Μια αλήθεια που αλλάζει όλα τα δεδομένα και κάνει ακόμη και το ψέμα αλήθεια. Ο Καρυοθραύστης από ένα απλό ξύλινο ανθρωπάκι, έγινε ολόκληρος βασιλιάς! Αυτό το απλό παιχνίδι, αυτό το ξύλινο ανθρωπάκι, το άσχημο και κακομούτσουνο ανθρωπάκι με τα μεγάλα μάτια, ήταν τελικά ο πρίγκιπας, ο πρίγκιπας που η ευαίσθητη και αθώα ψυχή της Μαίρης κατάλαβε την αλήθεια αυτή
Κι η ευαίσθητη ψυχή της Μαίρης, ήταν αυτή που ζωντάνεψε όλα τα παιχνίδια, κι όλες τις κούκλες, όλα τα ζαχαρωτά και τα ανθρωπάκιαψωμάκια, και έφτιαξε έναν ολόκληρο κόσμο από μαρμελάδες και μέλι, ζαχαρωτά και γλυκά, λεμονάδες και κάθε λογής καραμελωμένα μήλα και καρύδια! Και αυτή η ευαίσθητη και αθώα παιδική ψυχή, δεν είχε τίποτε ανάγκη, γιατί είχε την αγάπη μέσα τηςΕίχε αγάπη ακόμα και για τα απλά παιχνίδια, για τα «ψεύτικα» και ξύλινα παιχνίδια, γιατί με την καρδιά της έκανε τα πάντα ζωντανά, πιο ζωντανά από πολλούς ανθρώπους, ειδικά σήμερα στις δικές μας φτωχές ημέρες!
Και κάπως έτσι όλα ζωντανεύουν μπροστά στα μάτια των παιδιών, που σαν μικροί Θεοί κάνουν τα πάντα εφικτά και οι ιστορίες τους είναι πιο αληθινές από αυτά που ζούμε ίσως καθημερινά εμείς οι υπόλοιποιΓια αυτό κι εμείς, ακόμη κι αν μεγαλώνουμε όλο και περισσότερο, και κάποιες φορές ξεχνάμε ότι ήμασταν παιδιά, συγκινούμαστε τόσο πολύ από ένα παραμύθι, που πρωτακούσαμε στα παιδικά μας χρόνια, και μας ξυπνά αισθήματα που ώρεςώρες απορούμε, και λέμε, μα που στο καλό κρυβόντουσαν;!
Κι ο Ξύλινος Ιππότης, που είναι κι αυτός φτιαγμένος από το ίδιο υλικό με το Καρυοθραύστη, θαρρώ και πιστεύω πως κάνει σιγάσιγά τα βήματα του, στην Ιστορία των ΠαραμυθιώνΔεν ξέρω, για όλους εσάς τους υπόλοιπους, αν μίλησε καμιά φορά στις καρδιές σας και στις ψυχές σας, αν σας ψιθύρισε δηλαδή καμιά φορά κάτι ενθαρρυντικό, κάτι που να σας άγγιξε, κάτι που να σας έκανε να αλλάξετε τρόπο σκέψης, αλλά εμένα έρχεται ώρεςώρες και μου λέει: «Ε, Ανδρέα, γιατί με ξεχνάς; Από πότε ήρθα πρώτη φορά στον κόσμο σας, εγκατέλειψα ποτέ το πόστο μου, και μαπαρνιέσαι ώρες - ώρες; Γιατί με ξεχνάς, και ξεχνάς τι είμαι εγώ για εσένα; Γιατί ξεχνάς τους όρκους που έδωσες πάνω στο ξίφος μου, και χάνεις τον δρόμο σου
Αυτά μου λέει, κι εγώ τον κοιτώ θλιμμένα, χωρίς να έχω να του πω τίποτε, χωρίς να μπορώ να δικαιολογήσω τον εαυτό μου! Τι να του πω άλλωστε; Αυτός ο ίδιος, ο Ξύλινος Ιππότης, που ο συγγραφικός του «πατέρας» από χτες (σ.σ. 7 Νοέμβρη) μπήκε στον 8ο χρόνο ζωής του, είναι η ίδια η υπενθύμιση της φύσης της αναγέννησης, που νίκησε την φωτιά και την στάχτη, και ξεπηδά κάθε φορά σαν φοίνικας όλο και πιο δυνατός, όλο και πιο ισχυρός, όλο και πιο σοφός!
«Ε, Ανδρέα» γύρισε και μου είπε το αποψινό βράδυ, όταν έγραφα τον Καρυοθραύστη για να τον αναρτήσω εδώ, «πότε θα σου πω και την δικιά μου ιστορία, να την γράψεις να την μάθουν κι άλλοι;». Εγώ γνωρίζω ένα μεγάλο μέρος της, αλλά όχι ακόμη ολόκληρη την ιστορία του Ιππότη. Όταν λοιπόν, ταξιδεύσω την επόμενη φορά στην Χώρα του Ξύλινου Ιππότη, και πάω στον πύργο του, στο δάσος όπου και μένει θα του ζητήσω να μου πει την ιστορία του, για να σας την πω
Δεν ξέρω ποτέ αν θα φτάσει ο Ξύλινος Ιππότης τομέγεθοςτου Μολυβένιου Στρατιώτη, του Καρυοθραύστη, του Πινόκιο, και όλων των άλλων παραμυθιών που αγάπησα κι εγώ αλλά και τόσα παιδιά στον κόσμο…! Δεν ξέρω καν αν πρέπει να τον συγκρίνω με αυτά τα αριστουργήματα, αλλά αυτό που ξέρω είναι, πως ο Ξύλινος Ιππότης, από την δικιά μου αγάπηγεννήθηκεκαι ήρθε στον κόσμο, και από την δική σας αγάπη, όλων εσάς που μακολουθείτε στα σιωπηλά πλέον – που η αλήθεια είναι πως σας ακούω πιο καθαρά, απ’ ότι πιο πριν! – κάνει τα βήματα του κάθε μέρα, κάθε μήνα, κάθε χρόνο. Κι είστε εσείς που δίνεται στον Ξύλινο Ιππότη θάρρος και δύναμη να συνεχίζει. Και για να λέω την αλήθεια, όχι στον Ξύλινο Ιππότη, αλλά σεμένα δίνεται θάρρος και δύναμη, να ακολουθώ κι εγώ τον Ξύλινο Ιππότη, που έγινε πλέον ένα μεγάλο ορόσημο στην ζωή μου.
Κι ακόμη κι αν χάνω τα βήματα του κάποιες φορές και παρεκκλίνω από τον δρόμο του ο ανόητος, πάλι επιστρέφω εδώ, γιατί τελικά αυτό το ψέμα μου, είναι κι η μεγαλύτερη αλήθεια μου…! 

© copyright, ανδρέας λισσόβας

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...