Σα βγαίνει ο ήλιος πέρα ‘κει
πάλι πίσω γυρίζει
και το φεγγάρι το βαθύ
το
αναθεματίζει…
που σεργιανάει
σαν άνεμος,
που σεργιανάει
σα κλέφτης,
μες στης καρδιάς τσ’ αγάπης
μου
κι όλο την εγκρεμίζει
την εγκρεμίζει από χαρές
την σέρνει μες στον Άδη,
την πάει και μες στα όνειρα
και κει την παρατάει…
© copyright, ανδρέας λισσόβας
Της παπαρούνας τον ανθό
να μην τον εμυρίσεις
γιατί σε μένα μάτια μου
μια μέρα θα γυρίσεις.
Να μου γυρέψεις τη φωτιά
και του τρελού το χάδι.
Πάντα ζητούσες τα φιλιά
που αφήνουνε σημάδι.
Τα χάδια μου τα πέταξα
στης λήθης το πηγάδι,
να μην τα βρουν οι αγκαλιές
που βγαίνουνε σεργιάνι.
Με διαβατάρικα πουλιά
έρωτα να μην πιάνεις
γιατί είναι διαβατάρικα
και γρήγορα τα χάνεις
και σου κουρσεύουν τη λαλιά
κι ανάσα πια δεν έχεις.
Κι όλο γυρίζεις το πρωί
χάιδια να μου γυρεύεις.
Τα χάδια μου τα πέταξα
στης λήθης το πηγάδι,
να μην τα βρουν οι αγκαλιές
που βγαίνουνε σεργιάνι.
να μην τον εμυρίσεις
γιατί σε μένα μάτια μου
μια μέρα θα γυρίσεις.
Να μου γυρέψεις τη φωτιά
και του τρελού το χάδι.
Πάντα ζητούσες τα φιλιά
που αφήνουνε σημάδι.
Τα χάδια μου τα πέταξα
στης λήθης το πηγάδι,
να μην τα βρουν οι αγκαλιές
που βγαίνουνε σεργιάνι.
Με διαβατάρικα πουλιά
έρωτα να μην πιάνεις
γιατί είναι διαβατάρικα
και γρήγορα τα χάνεις
και σου κουρσεύουν τη λαλιά
κι ανάσα πια δεν έχεις.
Κι όλο γυρίζεις το πρωί
χάιδια να μου γυρεύεις.
Τα χάδια μου τα πέταξα
στης λήθης το πηγάδι,
να μην τα βρουν οι αγκαλιές
που βγαίνουνε σεργιάνι.



