Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πληγές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πληγές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2017

Πάθος


Ένα στιλέτο έχω μικρό στη ζώνη μου σφιγμένο,
που η ιδιοτροπία μ’ έκαμε και το ‘καμα δικό μου,
κι αφού κανένα δε μισώ στον κόσμο να σκοτώσω
φοβάμαι μη καμιά φορά το στρέψω στον εαυτό μου…
Ν. Καββαδίας, Ένα μαχαίρι [τελευταίος στίχος]

Ένα πάθος, θα ‘λεγα, κρυφό
μες στο μυαλό μου πάντα γυροφέρνει.
Την μια τη μέρα συνέχεια μου μιλά
και την άλλη δεν με ξέρει και μοναχά σωπαίνει.

Με τεχνάσματα και κόλπα ψάχνει να μ’ απασχολεί
λες κι είναι τέκνο του ίδιου του διαβόλου,
μέχρι να νιώσω πως, τάχα μου, εμένα ‘νε πονά
κι ας μην με νοιάζει διόλου…

Πως τα περνάς εκεί κάτω, ακόμα με ρωτά,
καθόλου δεν σου ‘λειψε αυτή η γνώριμη σου γνώση;
Μη με θαρρείς για αλλιώτικη απ’ αυτή,
που ‘συ, στο νου σου έχεις νιώσει…

Με ψαροντούφεκο, παραμάσχαλα, προς τη θάλασσα τραβά,
για ψάρια που ποτέ δεν έπιασε, να πιάσει.
Γυρίζει και μ’ απορία με ρωτά, εσύ δεν θα ‘ρθεις
την τέχνη που δεν έχεις τώρα δα, κάποτε να τη φτάσεις;

Και πιάνει, σαν φτάνουμε εκεί, με δύναμη, το δεξιό μου χέρι
και με πετά στην θάλασσα και με τραβάει πίσω πάλι.
Κι εγώ, με τρόμο και φόβο, και δίχως να σκεφτώ
αρπάζω το ψαροντούφεκο που το ‘χε αφήσει πλάι.

Πιάνω κι εγώ τον ώμο του με το δεξί μου χέρι
και με το άλλο το ψαροντούφεκο καρφώνω στο άμοιρο του σώμα.
Αίμα και σπλάχνα γέμισαν παντού που θα ‘καναν να μοιάζει με νεκρό
ακόμα κι ένα αγιασμένο χώμα.

Ώρες μετά ή και λεπτά, ναρκωμένος και μ’ ένα μειδίαμα στα χείλη,
σκέφτομαι πως πολύ φτηνά το τομάρι μου έχω γλυτώσει.
Κι όταν στην αντανάκλαση της θάλασσας κοιτώ και βλέπω το αίμα από μένα να κυλά,
ξέρω πως εγώ εμένα, κι όχι το πάθος, τελικά έχω σκοτώσει…

© copyright, ανδρέας λισσόβας

Δυτικές Συνοικίες - Ένας νέγρος θερμαστής από το Τζιμπουτί (ποίηση Νίκου Καββαδία)

Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2017

Μυστηριακό


Που είναι αυτή η φωτιά
που μ’ άναψε
που μ’ έκαψε
και μ’ έκανε
τον άντρα που ‘γινα μα χάθηκα
στης στάχτης το κακό,
το κακό συμμάζεμα;

Που είναι αυτή η φλόγα,
η φλόγα που με γέννησε
και μ’ ανέθρεψε
όπως μονάχα εκείνη ήξερε
δίχως εγώ
να πω κουβέντα;

Μην έσβησε η φωτιά,
η φωτιά αυτή που
στάχτη μ’ έκανε;
Μην κάπνισε κι η φλόγα
που με γέννησε
κι ανέθρεψε
τα δικά μου απ’ το αίμα μου
παιδιά;

Εμπρός, Αιώνιε Καταραμένε
- φανερώσου! -
και δείξε μου
ξανά
τον τρόπο!
Εμπρός, της Γης Αιώνιε Νυχτοβάτη
- φανερώσου! -
και φέρε μου
ξανά
τη φωτιά!

Εμπρός και σεις ψυχές
γυρίστε στο τραπέζι
κι ανάψτε τούτη τη φωτιά
που ποτέ της δεν θα σβήσει!
Και βάψτε χέρια, δάχτυλα
και πένες και καλάμια
και γράψτε όσα ποτέ δεν γράφτηκαν
κι όσα δεν τραγουδιούνται
και πείτε μας μόνο για αυτά
που το σκοτάδι κρύβει
κι οι άνθρωποι δεν μπόρεσαν
ποτέ τους να γνωρίσουν!

Εμπρός ψυχές
- κοράκια λαβωμένα -
ντυθείτε ονείρατα από τον άλλο κόσμο
που δεν έχουμε ονειρευτεί
και φοβόμαστε
στα μάτια να τον δούμε,
μη χάσουμε την ένδοξη και τρομερή ιδέα
πως είμαστε θεοί!
Κι ανάψτε με τ’ αμίλητο
και φοβερό σας λόγο
τον πόθο τον ασίγαστο
τον πόθο τον χαμένο
αυτόν που τάχα κρύψαμε
στον κόσμο τον μοντέρνο
κι αφήσαμε την Ποίηση
σαν τη φωτιά να σβήσει…

© copyright, ανδρέας λισσόβας

Υπόγεια Ρεύματα - Κακή φωτιά

Ποίηση: Κωστής Παλαμάς
Εγώ είμ' εδώ ανυπόταχτος και παραστρατισμένος,
εγώ δαγκώνω με θυμό της φτώχειας το ψωμί,
νόθος της τέχνης είμ' εγώ και της ιδέας διωγμένος
από μιαν έγνοια ο νους θολός, δαρμένο το κορμί

Ο λύχνος μου στης ιερής μελέτης το τραπέζι
σαν ένα νεκροκάντηλο στα μάτια μου αχνοπαίζει
όλα πολέμια κρύα βιβλία, κοντύλια και χαρτιά.
Με καίει κακιά φωτιά.

Εμέ η ζωή μου πλάνεμα και η γέννηση μου λάθος
το λόγο δεν ορέγομαι, δεν ξέρω το ρυθμό
σέρνουν εμένα δυό άλογα, τ' αράπικο το πάθος
και τ' αφροστάλαχτο όνειρο μπορεί και στο γκρεμό.

Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2016

Παντελής Παντελίδης - Ένας πραγματικός μάγκας


Πρώτη φορά στην ζωή μου νομίζω έχω πονέσει τόσο πολύ για τον χαμό ενός ανθρώπου που δεν γνώριζα προσωπικά. Λες κι ήταν φίλος, ή ένας γνωστός που ήπιαμε κάποιες φορές έναν καφέ μαζί. Δεν άκουγα τα τραγούδια του να πεις ότι εκεί οφείλεται κι ο πόνος, διότι δεν πολύ ακούω αυτού του είδους την μουσική. Η φωνή του παρ’ όλα αυτά μου άρεσε, και γενικά μου ήταν συμπαθής διότι δεν είχε προκαλέσει ποτέ αυτά τα χρόνια που τον «γνωρίσαμε».
Στην είδηση χτες του θανάτου του, πάγωσα. Κι η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω το γιατί. Ήμουν σε μια καφετέρια στην Πάτρα κοντά στα ΤΕΙ με την κοπέλα μου, τον αδερφό μου και τον κολλητό μου, όταν είδα την είδηση στην ΕΡΤ. «Παιδιά, διαβάζω καλά; Τι γράφει εκεί;». Σκέφτηκα ότι είναι  πρωταπριλιά μάλλον και ήταν ένα αστείο. Αλλά δυστυχώς δεν ήταν.
Η αλήθεια είναι ότι από χτες πάγωσε όλη η Ελλάδα. Γιατί όμως;
Ίσως γιατί αυτό το παλικάρι, ο Παντελής, ήταν κάτι που όλοι λίγο πολύ ζηλέψαμε. Ήταν ένα λαϊκό παιδί που πριν λίγα χρόνια δεν τον γνωρίζαμε και μόνος του, χωρίς να τον προωθήσει κανείς, έφτασε να τον ξέρει όλη η Ελλάδα. Σε μια εποχή που αν δεν έχεις μέσο δεν πας πουθενά, ο Παντελής (ναι, αφήστε με να τον λέω Παντελή γιατί έτσι τον νιώθω) έκανε το πόνο του και τον καημό του - χωρίς φτιασίδια και φρου φρου – τραγούδι, και μέσα από αυτό έκανε κι άλλους να ταυτιστούν μαζί του. Ακόμη κι όσοι δεν τον ακούγαμε, μια φορά σίγουρα στο ράδιο ταυτιστήκαμε ή να ξεσηκωθήκαμε με ένα τραγούδι του.
Πριν 2 με 3 βδομάδες, οδηγούσα το αυτοκίνητο και έτυχε να παίξει στο ράδιο το «Είχα κάποτε μια αγάπη», κι έπιασα τον εαυτό μου να ανοίγει την φωνή. Το θυμάμαι γιατί ακόμη και τότε μου έκανε εντύπωση αυτό που έκανα. Ακούγοντας την μουσική, λέω μέσα μου «ωραία μελωδία έχει». Κι έχει και την ελληνικότητα του. Το αγαπημένο μου κομμάτι από το τραγούδι αυτό είναι το «Στο ποτήρι μου που πίνω, ωχ αμάν / στο μυαλό μου δύο λέξεις γυρνάν». Ειδικά αυτό το «ωχ αμάν» που βγάζει αυτό το «ωχ» που μόνο όσοι ζουν στην Ελλάδα το γνωρίζουν. Γνωρίσαμε την παραλλαγή του πρώτα από το «ωφ αμάν» από το «Πίνω και μεθώ» και ο Παντελής το έκανε και δικό του στίχο, πολύ ταιριαστό και με πολύ ωραία ομοιοκαταληξία.
Από χτες έλιωσα τα τραγούδια του. Ακόμη και τώρα που γράφω ακούω τραγούδια του. Και ναι, θα φτιάξω έναν φάκελο στην Μουσική μου που θα τον ονομάσω «Παντελής Παντελίδης» και θα τον ακούω συνέχεια. Θα μάθω από αυτόν τον άνθρωπο πως το να παραδέχεσαι τον έρωτα σου, τον πόνο σου, τον καημό σου, την αδυναμία σου είναι μεγάλη μαγκιά. Και χωρίς να φοβάται να δείξει ποιος ήταν. Όχι όπως εγώ δηλαδή πίσω από την ανωνυμία του ιστολογίου…
Ίσως όλοι είδαμε στο πρόσωπο του Παντελή έναν φίλο μας, έναν άνθρωπο που γνωρίσαμε κάποτε στην ζωή μας. Πονέσαμε γιατί ήταν ένα νέο παλικάρι και χάθηκε με έναν τρόπο που δυστυχώς χάνονται πολλά παιδιά πλέον στην Ελλάδα με αυτόν τον τρόπο. Κι όλα αυτά γίνονται σε μια στιγμή, σε 1 δευτερόλεπτο, χωρίς να καταλάβεις πότε και τι έγινε. Το ξέρω πλέον και λόγω προσωπικής πείρας. Δυο φορές τράκαρα το έτος που πέρασε, μία φορά με το αυτοκίνητο (οδηγός εγώ, μόνος μου) και μία με το μηχανάκι (συνοδηγός). Και τις δύο φορές κάποιος άλλος παραβίασε το STOP και εγώ έπαθα την ζημιά. Ευτυχώς και δοξάζω τον Θεό, δεν έπαθα τίποτα σοβαρό και τις δύο φορές! Και ξέρω πως ακόμα κι αν είσαι προσεχτικός κάτι θα γίνει, πόσο μάλλον αν δεν προσέχεις!
Κι ο θάνατος μας είπε χτες πως δεν λογαριάζει κανέναν… Σε λένε Παντελίδη, δεν σε λένε Παντελίδη είσαι μέσα στο στόχαστρο του. Ίσως κι αυτό να ήταν που μας σόκαρε κι όλους μας… Κι εμένα με έκανε να συνειδητοποιήσω πόσο κοντά έφτασα κι εγώ να είμαι σε αυτήν την θέση. Γιατί πραγματικά μέχρι χτες δεν το είχα καταλάβει. Ειδικά την 2η φορά με το μηχανάκι που εκτοξεύτηκα στην άσφαλτο όταν χτυπήσαμε πάνω στο αυτοκίνητο που βγήκε παράνομα από το STOP
Κι αν τότε ήταν η τελευταία μου στιγμή; Κι αν τότε αντί με την πλάτη που έσκασα, έσκαγα με το κεφάλι, τι θα γινόταν; …Μην τα σκέφτεσαι αυτά, μου είπε χτες το βράδυ η κοπέλα μου όταν περπατούσαμε το βράδυ στην Ηφαίστου. Όχι, θα τα σκέφτομαι. Θα τα σκέφτομαι για να εκτιμώ καλύτερα και περισσότερο το τι έχω…
Γιατί πόνεσε τόσο πολύ ο θάνατος του Παντελή;
Γιατί ο Παντελής, ήταν ο Παντελής Παντελίδης. Ήταν αρχικά πλέον γνωστός, και καλώς ή κακώς πονάς περισσότερο για κάποιον που μπορεί να ξέρεις, παρά για κάποιον που δεν ξέρεις.
Ήταν ο Παντελής Παντελίδης, ένας νέος άνθρωπος, ένα παλικάρι που πάνω στην ηλικία που πιάνει κανείς πλέον την ζωή στα χέρια του, ο θάνατος είχε πάρει άλλη απόφαση…
Ήταν ο Παντελής Παντελίδης, ένας γνήσιος άνθρωπος που δεν προσπάθησε να μιμηθεί κανέναν. Που έγραψε και τραγούδησε ελληνική (!) μουσική! Που δεν προσπάθησε να μιμηθεί κανέναν αγγλόφωνο, να μιμηθεί καμιά ξενόφερτη μαλακία…! Που ήταν αυθεντικός σε αυτά που έγραφε και τραγουδούσε γιατί ήταν πάνω στα βιώματα του. Πάνω στις αδυναμίες του, στους έρωτες του, στα σφάλματα του…
Ποιος άλλος έκανε στίχο το «Κάνει λάθη για να μάθει / της καρδιά μου το γραμμένο»;
...
Μόνο ένας αυθεντικός και γνήσιος άνθρωπος σε πονάει όταν φεύγει τόσο πολύ. Γιατί ξέρεις πλέον, και το συνειδητοποιείς με αυτήν την κοφτερή βεβαιότητα του θανάτου, πως δεν θα ξανά υπάρξει άλλος Παντελής Παντελίδης.
Καλό Παράδεισο Παντελή… Και συγχώρεσε μας, δεν βλέπαμε τι κάναμε.

© copyright, ανδρέας λισσόβας

«Πάτερ άφες αυτοίς. Ου γαρ οίδασι τι ποιούσι»

Παντελής Παντελίδης - Πίνω από 'κει ψηλά για 'σένα

Παρασκευή 8 Μαΐου 2015

Ξύλινος Ιππότης (λίγο ακόμη…)


Όταν γεννήθηκα πρώτη φορά,
ήρθαν οι Μοίρες πάνω από την
                                κούνια μου,
την τρίτη μέρα·
        για να μετρήσουν
                για να ζυγίσουν
                        για να κόψουν
την ζωή μου, όπως αυτές εθέλαν…
Μα εγώ άρπαξα το νήμα μου
        άρπαξα και το ψαλίδι
και τα ‘βαλα φωτιά…
        και κάηκα κι εγώ μαζί
κι έγινα στάχτη.
Μα μέσα από τις στάχτες
ξαναγεννήθηκα
και πάντα έτσι κάνω…
Γεννιέμαι, καίγομαι, πεθαίνω
        και πάλι απ’ την αρχή.
Κι οι Μοίρες με μισούν,
        μα δεν με ορίζουν…
Κι οι Θεοί ακόμα με μισούν
        και με ζηλεύουν
        που αφέντης μόνο εγώ
είμαι στη ζωή μου.
Κι έτσι ρίχνομαι στις μάχες,
δίχως να με νοιάζει
αν χάσω ή αν χαθώ…
Φυλάω ότι αγαπώ, με την ζωή μου
                                        πάντα
και κανείς δεν μπορεί να με
νικήσει μια και καλή…
Είμαι ο Ξύλινος Ιππότης
        που όσο και να χάνομαι,
                πάλι πίσω γυρνώ
                        και πάλι είμαι εδώ
όλο και πιο δυνατός,
        μετά από κάθε φωτιά…

© copyright, ανδρέας λισσόβας

Καίγομαι καίγομαι - Γλυκερία

Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2015

Ωδή στον Ζέφυρο


Κάποτε θα ‘θελα να ‘χα
έναν ουρανό
δικό μου
να χάνομαι όταν λείπεις.

Κάποτε θα ‘θελα να ‘χα
μιαν αυγή
δίπλα στο κομοδίνο,
να την κοιτώ όταν λείπεις.

Κάποτε θα ‘θελα να ‘χα
τον Ζέφυρο
μέσα σ’ ένα βάζο,
να τ’ ανοίγω όταν λείπεις
και να με πάει μακριά…
Μακριά από ‘σένα,
κι απ’ τα όνειρα σου
που ποτέ δεν μ’ είχες
μες σ’ αυτά.

Κάποτε θα ‘θελα.
Τώρα, έγιναν…

© copyright, ανδρέας λισσόβας

Όταν τραγουδάω (Ζέφυρος) - Μελίνα Κανά

Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2014

Ίσκιος


Το βράδυ έπεσε πάλι βαριά
στην άδεια κάμαρα μου.
Κι εσύ σαν ίσκιος ήρθες
- για ακόμη μια φορά -
να ακούσεις τα παράλογα μου.

Λόγια δεν είχα για να πω,
τον πόνο της καρδιάς μου.
Μα λόγια βρήκα να σου πω
απ’ το αίμα μέσα της καρδιάς μου.

Κι ένα δάκρυ απ’ το μάγουλο σου
κύλησε
σαν άκουσες τον πόνο της καρδιάς μου,
κι ήταν ο ίσκιος σου και όχι εσύ
που μίλησε·
και μου ‘πε άλλο να μην κλαις,
εγώ εδώ θα είμαι πάντα
μορφή να παίρνω να μιλώ,
απ’ τα δικά σου μάτια.

Κι έγινε το βράδυ το βαρύ,
στην καρδιά μου ελαφρύ,
κι αυτό το βράδυ.

Κι αν ποτέ σου δεν τα θυμηθείς
τα βράδια που σαν ίσκιος δίπλα μου εστάθης
κι άκουσες τα παράλογα μου,
θυμήσου μονάχα
τον πόνο της καρδιάς μου,
που πήρες μακριά μου.

© copyright, ανδρέας λισσόβας


Μαυροντυμένοι ἀπόψε, φίλοι, ὠχροί,
ἐλᾶτε στο δικὸ μου περιβόλι,
μ’ ἓναν παλμὸ τὸ βράδυ το βαρὺ
γιὰ νὰν τὸ ζήσουμ’ ὅλοι.

Ἀπὸ τὰ σπίτια ποὺ εἶναι σὰ βουβά,
κι ἂς μίλησαν τὴ γλῶσσα τοῦ θανάτου,
μὲ φρίκη τὸ φεγγάρι ἀποτραβᾷ
τ᾿ ἀσημοδάχτυλά του.

Εἶναι τὸ βράδυ ἀπόψε θλιβερὸ
κι ἐμεῖς θᾶν τὸ γλεντήσουμε τὸ βράδυ,
ὅσοι ἔχουμε τὸ μάτι μας ὁγρὸ
καὶ μέσα μας τὸν ᾅδη.

Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2014

Το άσμα του κύκνου


«Η κόρη, θαρρώντας πως μιλά στη θάλασσα»

-Έψαχνα απόψε το φεγγάρι,
μήπως εσύ το βρήκες;
Θυμάμαι που χρόνια πριν
το ‘χες μες στην αγκαλιά σου.
-Στην αγκαλιά μου το ‘χα,
πριν χρόνια το φεγγάρι·
μα απόψε δεν το έχω.

-Έψαχνα απόψε – όπως και χτες –
τ’ ασημοφέγγαρο·
μήπως ξεύρεις απόψε που ‘ναι;
Θυμάμαι που ‘συ τ’ αγαπούσες
κι αυτό εσένα.
-Κι αυτό εμένα, κι εγώ αυτό,
τ’ ασημοφέγγαρο το αγαπούσα·
μα απόψε δεν ξεύρω που ‘ναι.

-Έψαχνα απόψε – όπως δυο βράδια τώρα –
την όμορφη πανσέληνο·
μήπως τα μάτια σου την είδαν;
Θυμάμαι που στα σκοτεινά
μαζί της πάντοτε μιλούσες.
-Μιλούσα πάντοτε στα σκοτεινά,
με την όμορφη πανσέληνο·
μα τα μάτια μου απόψε δεν την είδαν.

-Κόρη, απόψε, το φεγγάρι,
τ’ ασημοφέγγαρο,
την όμορφη πανσέληνο
δεν έψαξες, δεν ψάχνεις;
-Το φεγγάρι,
τ’ ασημοφέγγαρο,
την όμορφη πανσέληνο
όσο κι αν έψαξα, δεν βρήκα…
Μάταια γύρεψα να βρω,
ότι παλιά μου είδα με τα μάτια.
Μ’ αρνήθηκε, με ξέχασε
κι ούτε με γύρεψε ποτέ,
όσο κι αν τ’ αγαπούσα…

«Και μες στην θλίψη της,
στον πόνο της,
η κόρη έσβησε κι εχάθη.
Ένα δειλινό,
τρεις βραδιές και μία πριν
ήταν που το πνεύμα της
απ’ τ’ αχείλι της εχύθει.
Κι έψαχνε να βρει πάνω στη γη,
ότι μια ζωή αρνήθει…»

-Δόλια, τα μάτια σου τ’ άφησες,
εκεί που πάντοτε κοιτούσες – χάμω.
Ποτέ δεν τα ‘στρεψες ψηλά,
ποτέ δεν γύρεψες να βρεις
το φεγγάρι,
τ’ ασημοφέγγαρο,
την όμορφη πανσέληνο.
Μήτε σε τρεις και μια βραδιές,
μήτε σε δυο και χίλιες μία
θα μ’ έβρισκες
          κι ας ήμουνα μπροστά σου…
Εσύ ‘σουν που μ’ αρνήθηκες,
εσύ που ξέχασες που ήμουν.
Και μες στον θάνατο
ποτέ σου δεν θα βρεις
ότι μες στην ζωή έπρεπε
να βρεις και να κρατήσεις…

© copyright, ανδρέας λισσόβας

Ήμερος ύπνος - Θανάσης Παπακωνσταντίνου & Μάρθα Φριντζήλα

Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2014

Μια ευχή


Τα χέρια μες στο σκοτάδι
απλώνω μήπως σε πιάσω
κι όσο τα χέρια είν’ αδειανά
παλεύω να σε ξεχάσω

Κοιτάζω μες στον καθρέπτη
και η εικόνα μοιάζει μισή
σφίγγω τα χέρια, κάνω μια ευχή
πίσω να έρθεις εσύ

Ζητάω μόνο μια μέρα,
μια μέρα όλη δικιά σου
όπως τα χρόνια που έφυγαν
και ήμουν στην αγκαλιά σου

όπως τότε που ξύπναγα
μονάχα απ’ τα φιλιά σου
και τα ταξίδια που έκανα
ήτανε στα όνειρα σου

Άραγε μένεις μονάχη;
άραγε τώρα φοβάσαι;
Εγώ καρδιά μου θα ‘μαι εδώ,
μονάχ’ αυτό να θυμάσαι…

© copyright, ανδρέας λισσόβας

Θυμάμαι όσα είχες πει - Κίτρινα Ποδήλατα

Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2014

Έφυγα


Έφυγα, στο τέλος τούτης της βραδιάς
στο χάδι τούτης της νυχτιάς
και στα χαμένα όνειρά σου.
Χάθηκα, μες στη δική μου τη φθορά
για ακόμη μια στερνή φορά
πριν με κρατήσει η αγκαλιά σου.

Πριν να σβήσει η αγάπη
πριν χαθεί η ζεστασιά
πριν μου δώσεις το φιλί σου
πριν να πεις πως μ’ αγαπάς.
Έφυγα…
Κι έβαλα πλώρη ουρανό
στον σκοτεινό μου αδερφό
που μ’ άφησε για να πονώ
μόνο εμένα.
Σαν προδομένος Φαραώ
βλαστήμησα και το Θεό
που όμως μ’ άφησε εδώ
μόνο για ‘σένα.

Έφυγα, κι άνοιξα δανεικά φτερά
να φύγω πάλι μακριά
και να χαθώ απ’ τη ματιά σου.
Χάθηκα, στους δρόμους πάλι του μυαλού
στην άκρη απόκρημνου γιαλού
πριν να σβηστώ, μες στα φιλιά σου.

© copyright, ανδρέας λισσόβας

Φεύγω - Νίκος Παπάζογλου

Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2014

Φωτιά στο φιλί


Παίρνω τους δρόμους και τα λαγκάδια
ρωτώ διαβάτες, περαστικούς
αν είδαν κόρη, μαυρομαλλούσσα
αν είδαν κόρη του φεγγαριού

Τραγούδια λένε, κι άλλοι μου λένε
πως είδαν κόρη του φεγγαριού
κι αν θέλω κι άλλα, γι’ αυτή να μάθω
μάτια και χείλη, αυτά θα μου πουν

Ρωτώ τα χείλη,
τι λεν’ για ‘σένα
και ψιθυρίζουν
φωτιά στο φιλί

Ρωτώ τα μάτια
τι είδαν σε ‘σένα
και τραγουδούνε
πως είδαν μια μικρή
          μια μικρή που μ’ άναψε
          και μου ‘βαλε
          φωτιά στο φιλί

Δεν σβήνει η φλόγα, ουτ’ από δάκρυ
δεν σβήνει η φλόγα που ‘ναι φωτιά
και φταις γι’ αυτό, εσύ μικρή μου
που μου την άναψες στην καρδιά

Τι κι αν τραγούδια τώρα σου γράφω
δεν φεύγει από μέσα μ’ ο σεβντάς
και δεν με νοιάζει διόλου, το λέω
κι ας μάθουν όλοι, για εμάς.

© copyright, ανδρέας λισσόβας

Μέτρησα - Απόστολος Ρίζος

Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2014

Ευτυχία


Κάποτε, πριν πολλά – πολλά χρόνια, στην Αρχή ακόμη του Κόσμου, ο Θεός είχε δημιουργήσει κι ένα πουλί, τόσο όμορφο όσο κανένα άλλο πάνω στη γη. Το πουλί αυτό, όχι μόνο ήταν πολύ όμορφο αλλά και κελαηδούσε τόσο όμορφα που τα αηδόνια που κελαηδούνε τόσο όμορφα δεν έφταναν ούτε σε λίγο το τραγούδι του.
Οι άνθρωποι τόσο πολύ το αγαπούσαν που κάθε σπίτι είχε έναν χώρο ειδικά διαμορφωμένο έτσι ώστε αυτό το πουλί να έρχεται στα σπίτια τους, και να κελαηδά αλλά και να το βλέπουν μονάχα θαυμάζοντας το. Όποτε πήγαιναν άλλα πουλιά τα έδιωχναν οι άνθρωποι. Μόνο αυτό το πουλί αγαπούσαν, και το περιποιούνταν και το τάιζαν και κάθε φορά το δέχονταν ευπρόσδεκτα.
Τα άλλα πουλιά όμως άρχισαν και να ζηλεύουν αλλά και να μισούν αυτό το πουλί που όλα τα χαρίσματα είχε και το αγαπούσαν οι άνθρωποι, και τα υπόλοιπα πουλιά τα έδιωχναν συνήθως και δεν τα περιποιούνταν, ούτε τα φρόντιζαν πολύ οι άνθρωποι. Έτσι, μαζεύτηκαν κάποτε όλα τα πουλιά κι άρχισαν να λένε τι θα κάνουν με αυτήν την κατάσταση που φαινόταν πολύ άδικη για όλα τα υπόλοιπα πουλιά.
Το κοράκι τότε πρότεινε να το σκοτώσουν, να μην υπάρχει άλλο αυτό το πουλί κι έτσι οι άνθρωποι με τον καιρό να το ξεχάσουν και ν’ αρχίσουν να δίνουν σημασία και στα άλλα πουλιά. Ο γύπας τότε ακούγοντας τα λόγια του κορακιού, πρότεινε να το φάνε κιόλας, για να μην το βλέπουν ούτε πεθαμένο οι άνθρωποι κι έτσι να το ξεχάσουν ακόμα πιο γρήγορα. Το περιστέρι, που τα άκουγε όλα αυτά, κι ήταν το μόνο που λυπόταν για το όμορφο πουλί, δεν άντεχε άλλο να ακούει το κοράκι και το γύπα να μιλούν έτσι και πήγε να πάρει το λόγο και να σταματήσει τα άλλα πουλιά από αυτήν την άσχημη πράξη που είχαν βαλθεί να κάνουν.
Όμως, την ώρα που πήγε να μιλήσει, έχασε ξαφνικά την φωνή του κι από τότε δεν έχει μιλήσει ποτέ. Γι’ αυτό και τα περιστέρια κάνουν μόνο έναν θόρυβο που βγαίνει περισσότερο από το σώμα τους κι όχι από το στόμα τους. Γιατί ο Θεός που άκουγε τα πουλιά να μιλούν και να προσπαθούν να βρουν τρόπο να σκοτώσουν το όμορφο πουλί, κατάλαβε πως δεν υπήρχε περίπτωση να άλλαζαν απόφαση, κι αν το περιστέρι μιλούσε, από την ζήλια και το μίσος που τα είχε κυριεύσει τότε, θα σκότωναν και το περιστέρι μόνο και μόνο γιατί θα μιλούσε και θα τους έλεγε ότι δεν ήταν σωστό αυτό που ήθελαν να κάνουν. Έτσι, ο Θεός, αφήνοντας τα περιστέρια μουγκά, στην ουσία τα έσωσε.
Αλλά τιμώρησε και τον κόρακα και τον γύπα που ήταν οι κύριοι υπαίτιοι για όλη αυτή την κατάσταση. Το μεν κοράκι που μέχρι τότε είχε μια καλή φωνή, το καταράστηκε να κρώζει αιώνια κι έτσι να φέρνει αθέλητα τον προάγγελο της κακίας του και του θανάτου. Για αυτό το λόγο οι άνθρωποι μόνο και μόνο που ακούνε το κοράκι να κρώζει, χωρίς και κανέναν ιδιαίτερο λόγο φέρνουν και στο μυαλό τους το θάνατο. Τον γύπα από την άλλη τον καταράστηκε και σύμφωνα με τα λόγια του. Αφού λοιπόν ήθελε να φάει το πουλί ενόσω θα ήταν νεκρό, τον καταράστηκε να τρέφεται κυρίως με πτώματα νεκρών ζώων. Για αυτό λοιπόν οι γύπες τρώνε κυρίως νεκρά ζώα.
Όμως ο Θεός έπρεπε να σώσει και το όμορφο πουλί. Έτσι αποφάσισε να το κάνει αόρατο, κι ούτε οι άνθρωποι, ούτε τα άλλα πουλιά το βλέπουν τώρα. Επίσης του πήρε και την πολύ όμορφη φωνή του, για να μη τύχει και το βρουν μόνο από τη φωνή και το σκοτώσουν. Τα πουλιά αφού έψαξαν κι έψαξαν εις μάτην για να το βρούνε, πίστεψαν ότι πέθανε από μόνο του, ενώ οι άνθρωποι με τον καιρό το ξέχασαν, και ξέχασαν μάλιστα ότι υπήρχε αυτό το πουλί. Οι περισσότεροι κατέστρεψαν τους χώρους που είχαν για αυτό το πουλί, ενώ άλλοι ασυνείδητα χωρίς να το ξέρουν τους έχουν ακόμη αυτούς τους χώρους και το πουλί αυτό έρχεται πότε – πότε, γιατί κι αυτό αγαπούσε τους ανθρώπους και θέλει να τους κάνει παρέα, άσχετα αν οι άνθρωποι δεν το βλέπουν.
Πηγαίνει και στους ανθρώπους που δεν έχουν τους κατάλληλους χώρους, αλλά κάθεται λίγο εκεί, γιατί, αν και το θέλουν, δεν μπορεί να καθίσει περισσότερο. Βέβαια, ο Θεός, μπορεί να το έκανε αόρατο και να του πήρε την φωνή, άφησε όμως την αύρα του, να την νιώθουν και να την αισθάνονται οι άνθρωποι, γιατί αν δεν την άφηνε κι αυτή θα ήταν σαν να μην υπήρχε καθόλου.
Το όνομα που είχε δώσει ο άνθρωπος για αυτό το πουλί, δεν ήταν άλλο βέβαια, παρά Ευτυχία. Κι έτσι λοιπόν, η Ευτυχία που είναι πουλί, πετάει πότε από ‘δω, και πότε από ‘κει, και αλλού μένει περισσότερο και αλλού λιγότερο, κι ανάλογα και με το αν το θέλουν κι οι άνθρωποι. Και το νιώθουν οι άνθρωποι πότε είναι κοντά τους και πότε όχι, άσχετα αν δεν το βλέπουν ποτέ με τα μάτια τους και δεν το ακούνε με τα αυτιά τους…

© copyright, ανδρέας λισσόβας

Υλαγιαλή - Ορφέας Περίδης

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...