Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κραυγές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κραυγές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2017

Πάθος


Ένα στιλέτο έχω μικρό στη ζώνη μου σφιγμένο,
που η ιδιοτροπία μ’ έκαμε και το ‘καμα δικό μου,
κι αφού κανένα δε μισώ στον κόσμο να σκοτώσω
φοβάμαι μη καμιά φορά το στρέψω στον εαυτό μου…
Ν. Καββαδίας, Ένα μαχαίρι [τελευταίος στίχος]

Ένα πάθος, θα ‘λεγα, κρυφό
μες στο μυαλό μου πάντα γυροφέρνει.
Την μια τη μέρα συνέχεια μου μιλά
και την άλλη δεν με ξέρει και μοναχά σωπαίνει.

Με τεχνάσματα και κόλπα ψάχνει να μ’ απασχολεί
λες κι είναι τέκνο του ίδιου του διαβόλου,
μέχρι να νιώσω πως, τάχα μου, εμένα ‘νε πονά
κι ας μην με νοιάζει διόλου…

Πως τα περνάς εκεί κάτω, ακόμα με ρωτά,
καθόλου δεν σου ‘λειψε αυτή η γνώριμη σου γνώση;
Μη με θαρρείς για αλλιώτικη απ’ αυτή,
που ‘συ, στο νου σου έχεις νιώσει…

Με ψαροντούφεκο, παραμάσχαλα, προς τη θάλασσα τραβά,
για ψάρια που ποτέ δεν έπιασε, να πιάσει.
Γυρίζει και μ’ απορία με ρωτά, εσύ δεν θα ‘ρθεις
την τέχνη που δεν έχεις τώρα δα, κάποτε να τη φτάσεις;

Και πιάνει, σαν φτάνουμε εκεί, με δύναμη, το δεξιό μου χέρι
και με πετά στην θάλασσα και με τραβάει πίσω πάλι.
Κι εγώ, με τρόμο και φόβο, και δίχως να σκεφτώ
αρπάζω το ψαροντούφεκο που το ‘χε αφήσει πλάι.

Πιάνω κι εγώ τον ώμο του με το δεξί μου χέρι
και με το άλλο το ψαροντούφεκο καρφώνω στο άμοιρο του σώμα.
Αίμα και σπλάχνα γέμισαν παντού που θα ‘καναν να μοιάζει με νεκρό
ακόμα κι ένα αγιασμένο χώμα.

Ώρες μετά ή και λεπτά, ναρκωμένος και μ’ ένα μειδίαμα στα χείλη,
σκέφτομαι πως πολύ φτηνά το τομάρι μου έχω γλυτώσει.
Κι όταν στην αντανάκλαση της θάλασσας κοιτώ και βλέπω το αίμα από μένα να κυλά,
ξέρω πως εγώ εμένα, κι όχι το πάθος, τελικά έχω σκοτώσει…

© copyright, ανδρέας λισσόβας

Δυτικές Συνοικίες - Ένας νέγρος θερμαστής από το Τζιμπουτί (ποίηση Νίκου Καββαδία)

Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2017

Μυστηριακό


Που είναι αυτή η φωτιά
που μ’ άναψε
που μ’ έκαψε
και μ’ έκανε
τον άντρα που ‘γινα μα χάθηκα
στης στάχτης το κακό,
το κακό συμμάζεμα;

Που είναι αυτή η φλόγα,
η φλόγα που με γέννησε
και μ’ ανέθρεψε
όπως μονάχα εκείνη ήξερε
δίχως εγώ
να πω κουβέντα;

Μην έσβησε η φωτιά,
η φωτιά αυτή που
στάχτη μ’ έκανε;
Μην κάπνισε κι η φλόγα
που με γέννησε
κι ανέθρεψε
τα δικά μου απ’ το αίμα μου
παιδιά;

Εμπρός, Αιώνιε Καταραμένε
- φανερώσου! -
και δείξε μου
ξανά
τον τρόπο!
Εμπρός, της Γης Αιώνιε Νυχτοβάτη
- φανερώσου! -
και φέρε μου
ξανά
τη φωτιά!

Εμπρός και σεις ψυχές
γυρίστε στο τραπέζι
κι ανάψτε τούτη τη φωτιά
που ποτέ της δεν θα σβήσει!
Και βάψτε χέρια, δάχτυλα
και πένες και καλάμια
και γράψτε όσα ποτέ δεν γράφτηκαν
κι όσα δεν τραγουδιούνται
και πείτε μας μόνο για αυτά
που το σκοτάδι κρύβει
κι οι άνθρωποι δεν μπόρεσαν
ποτέ τους να γνωρίσουν!

Εμπρός ψυχές
- κοράκια λαβωμένα -
ντυθείτε ονείρατα από τον άλλο κόσμο
που δεν έχουμε ονειρευτεί
και φοβόμαστε
στα μάτια να τον δούμε,
μη χάσουμε την ένδοξη και τρομερή ιδέα
πως είμαστε θεοί!
Κι ανάψτε με τ’ αμίλητο
και φοβερό σας λόγο
τον πόθο τον ασίγαστο
τον πόθο τον χαμένο
αυτόν που τάχα κρύψαμε
στον κόσμο τον μοντέρνο
κι αφήσαμε την Ποίηση
σαν τη φωτιά να σβήσει…

© copyright, ανδρέας λισσόβας

Υπόγεια Ρεύματα - Κακή φωτιά

Ποίηση: Κωστής Παλαμάς
Εγώ είμ' εδώ ανυπόταχτος και παραστρατισμένος,
εγώ δαγκώνω με θυμό της φτώχειας το ψωμί,
νόθος της τέχνης είμ' εγώ και της ιδέας διωγμένος
από μιαν έγνοια ο νους θολός, δαρμένο το κορμί

Ο λύχνος μου στης ιερής μελέτης το τραπέζι
σαν ένα νεκροκάντηλο στα μάτια μου αχνοπαίζει
όλα πολέμια κρύα βιβλία, κοντύλια και χαρτιά.
Με καίει κακιά φωτιά.

Εμέ η ζωή μου πλάνεμα και η γέννηση μου λάθος
το λόγο δεν ορέγομαι, δεν ξέρω το ρυθμό
σέρνουν εμένα δυό άλογα, τ' αράπικο το πάθος
και τ' αφροστάλαχτο όνειρο μπορεί και στο γκρεμό.

Παρασκευή 8 Μαΐου 2015

Ξύλινος Ιππότης (λίγο ακόμη…)


Όταν γεννήθηκα πρώτη φορά,
ήρθαν οι Μοίρες πάνω από την
                                κούνια μου,
την τρίτη μέρα·
        για να μετρήσουν
                για να ζυγίσουν
                        για να κόψουν
την ζωή μου, όπως αυτές εθέλαν…
Μα εγώ άρπαξα το νήμα μου
        άρπαξα και το ψαλίδι
και τα ‘βαλα φωτιά…
        και κάηκα κι εγώ μαζί
κι έγινα στάχτη.
Μα μέσα από τις στάχτες
ξαναγεννήθηκα
και πάντα έτσι κάνω…
Γεννιέμαι, καίγομαι, πεθαίνω
        και πάλι απ’ την αρχή.
Κι οι Μοίρες με μισούν,
        μα δεν με ορίζουν…
Κι οι Θεοί ακόμα με μισούν
        και με ζηλεύουν
        που αφέντης μόνο εγώ
είμαι στη ζωή μου.
Κι έτσι ρίχνομαι στις μάχες,
δίχως να με νοιάζει
αν χάσω ή αν χαθώ…
Φυλάω ότι αγαπώ, με την ζωή μου
                                        πάντα
και κανείς δεν μπορεί να με
νικήσει μια και καλή…
Είμαι ο Ξύλινος Ιππότης
        που όσο και να χάνομαι,
                πάλι πίσω γυρνώ
                        και πάλι είμαι εδώ
όλο και πιο δυνατός,
        μετά από κάθε φωτιά…

© copyright, ανδρέας λισσόβας

Καίγομαι καίγομαι - Γλυκερία

Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2014

Ίσκιος


Το βράδυ έπεσε πάλι βαριά
στην άδεια κάμαρα μου.
Κι εσύ σαν ίσκιος ήρθες
- για ακόμη μια φορά -
να ακούσεις τα παράλογα μου.

Λόγια δεν είχα για να πω,
τον πόνο της καρδιάς μου.
Μα λόγια βρήκα να σου πω
απ’ το αίμα μέσα της καρδιάς μου.

Κι ένα δάκρυ απ’ το μάγουλο σου
κύλησε
σαν άκουσες τον πόνο της καρδιάς μου,
κι ήταν ο ίσκιος σου και όχι εσύ
που μίλησε·
και μου ‘πε άλλο να μην κλαις,
εγώ εδώ θα είμαι πάντα
μορφή να παίρνω να μιλώ,
απ’ τα δικά σου μάτια.

Κι έγινε το βράδυ το βαρύ,
στην καρδιά μου ελαφρύ,
κι αυτό το βράδυ.

Κι αν ποτέ σου δεν τα θυμηθείς
τα βράδια που σαν ίσκιος δίπλα μου εστάθης
κι άκουσες τα παράλογα μου,
θυμήσου μονάχα
τον πόνο της καρδιάς μου,
που πήρες μακριά μου.

© copyright, ανδρέας λισσόβας


Μαυροντυμένοι ἀπόψε, φίλοι, ὠχροί,
ἐλᾶτε στο δικὸ μου περιβόλι,
μ’ ἓναν παλμὸ τὸ βράδυ το βαρὺ
γιὰ νὰν τὸ ζήσουμ’ ὅλοι.

Ἀπὸ τὰ σπίτια ποὺ εἶναι σὰ βουβά,
κι ἂς μίλησαν τὴ γλῶσσα τοῦ θανάτου,
μὲ φρίκη τὸ φεγγάρι ἀποτραβᾷ
τ᾿ ἀσημοδάχτυλά του.

Εἶναι τὸ βράδυ ἀπόψε θλιβερὸ
κι ἐμεῖς θᾶν τὸ γλεντήσουμε τὸ βράδυ,
ὅσοι ἔχουμε τὸ μάτι μας ὁγρὸ
καὶ μέσα μας τὸν ᾅδη.

Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2014

Έφυγα


Έφυγα, στο τέλος τούτης της βραδιάς
στο χάδι τούτης της νυχτιάς
και στα χαμένα όνειρά σου.
Χάθηκα, μες στη δική μου τη φθορά
για ακόμη μια στερνή φορά
πριν με κρατήσει η αγκαλιά σου.

Πριν να σβήσει η αγάπη
πριν χαθεί η ζεστασιά
πριν μου δώσεις το φιλί σου
πριν να πεις πως μ’ αγαπάς.
Έφυγα…
Κι έβαλα πλώρη ουρανό
στον σκοτεινό μου αδερφό
που μ’ άφησε για να πονώ
μόνο εμένα.
Σαν προδομένος Φαραώ
βλαστήμησα και το Θεό
που όμως μ’ άφησε εδώ
μόνο για ‘σένα.

Έφυγα, κι άνοιξα δανεικά φτερά
να φύγω πάλι μακριά
και να χαθώ απ’ τη ματιά σου.
Χάθηκα, στους δρόμους πάλι του μυαλού
στην άκρη απόκρημνου γιαλού
πριν να σβηστώ, μες στα φιλιά σου.

© copyright, ανδρέας λισσόβας

Φεύγω - Νίκος Παπάζογλου

Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2013

Το αστέρι (πεζογράφημα)



Και κάπως έτσι ξεκίνησε. Στην μέση της χειμωνιάτικης νύχτας, όταν ένα αστέρι έπεσε από τον βαθύ και σκοτεινό ουρανό και άναψε την φωτιά στο πυκνό δάσος. Κι όμως, αυτό το αστέρι, ταξίδεψε καιρό στον ουρανό για να φτάσει στην γη. Γιατί ήταν πνεύμα, άγγελος, νεράιδα. Ήταν νύμφη, γοργόνα, ξωτικό, όλα αυτά που ο άνθρωπος δεν μπορεί ούτε να ψελλίσει, ούτε να εκφράσει, μα ούτε και να συλλάβει. Ήταν όνειρο, ευτυχία, παράδεισος. Ήταν η πηγή που ζητά ο κάθε άνθρωπος, η κάθε ψυχή, η κάθε καρδιά.  Και κράτησε για μια στιγμή, όσο διαρκεί ένα αληθινό φιλί.
Μόνο έτσι θα μάθαινε πως όλα έχουν την τιμή τους. Μόνο έτσι θα καταλάβαινε πως, η ζωή του χάραζε ένα πεπρωμένο, σκληρό και αδυσώπητο. Διότι όσα χρόνια κι αν πέρασαν,  δεν είχαν σημασία. Ο μεγάλος του εχτρός κι αντίπαλος, ο Χρόνος, δεν είχε άλλο σημασία. Είχε γεράσει, και είχε αποσυρθεί στην γωνιά του, ανίκανος πλέον να του πάρει οτιδήποτε άλλο, ανίκανος να του στερήσει κάτι που να είχε αξία. Αυτός ο άτιμος, που τώρα είχε μαζευτεί και είχε γίνει ένας αδύναμος γεράκος, ασήμαντος τώρα, δεν άξιζε ούτε μια ματιά. Ας το ζητούσε ικετευτικά, ας το αισθανόταν παρακλητικά, δεν έβλεπε παρά την πλάτη του άντρα, κι ένιωθε μέχρι το πετσί του, την αδιαφορία αυτού του άνδρα, που κάποτε, πίστευε, πως είχε πληγώσει, ένιωθε μέχρι τα βάθη της νοητικής του ύπαρξης, τα απομεινάρια της παλιάς οργής από την ψυχή του άντρα, που πίστευε πως κάποτε τον είχε νικήσει.
Δεν στάθηκε ο άντρας, παρά μόνο στο κατώφλι, δίχως να γυρίσει να τον κοιτάξει. Ένα πικρό χαμόγελο, κάτι σαν μια γραμμή στα χείλια περισσότερο, σχηματίστηκε στο πρόσωπο του. Η καρδιά του ήξερε τι πόνο είχε αυτό το χαμόγελο, αυτό το κάτι σαν χαμόγελο. Ένιωθε ακόμη, τον Χρόνο, τον γέρο Χρόνο, πίσω του, την παρουσία του, την αύρα του, έστω κι αν ήταν αμυδρή για αυτόν, από ‘δω και πέρα. Μέσα σε μια στιγμή, κλείνοντας τα μάτια του, πέρασαν από μπροστά του όλα όσα έζησε, από τότε που θυμόταν τον εαυτό του, μέχρι πριν λίγες μέρες, που αντίκρισε ένα άλλο πρόσωπο μέσα στον καθρέφτη του.
Όταν άνοιξε τα μάτια του, τώρα στεκόταν μπροστά του, έξω από την πόρτα, μαυροντυμένη σαν χήρα, η Ζωή. Έμοιαζε σαν τις μοίρες των παραμυθιών και των θρύλων. Σαν φάντασμα και πνεύμα δεμένο αιώνια να τριγυρνά άσκοπα, φυλακισμένο μέσα στην ανούσια του πίστη, χαμένο σε αυτήν εδώ τη γη. Μια Μοίρα που έμεινε ζωντανή από τα χρόνια που δεν είχε γεννηθεί ακόμη ο Θεός. Ίσως να ήταν το ίδιο πρόσωπο: η Μοίρα και η Ζωή, η Ζωή και η Μοίρα. Τον κοιτούσε θρασύδειλα μέσα στα μάτια, δίχως ίχνος ντροπής, δίχως ίχνος συμπόνιας. Ήταν νέα και όμορφη, στην ακμή της, με σπινθηροβόλο βλέμμα, εκφραστικά χείλη, και θεληματικό πηγούνι. Μόνο αυτά μπορούσε να διακρίνει από αυτήν, όλα τα άλλα ήταν καλυμμένα από το μαύρο σαν νύχτα πέπλο που την τύλιγε, και την έκανε να φαίνεται πως πενθεί. Το πρόσωπο της όμως δεν πενθούσε καθόλου.
Ο άντρας δεν είχε αισθήματα για αυτήν. Ποτέ δεν ασχολήθηκε μαζί της, ποτέ του δεν της έδωσε, την πρέπουσα σημασία, κι αυτή, για τον λόγο αυτό, πήρε την εκδίκηση της! Η περηφάνια της δεν μπορούσε να αφήσει ατιμώρητο έναν άντρα, που την αγνόησε, έναν άντρα που φάνταζε πιο περήφανος από την ίδια, κι απ’ όλη της την ουσία. Άντρες και άντρες είχαν πληρώσει μπρος στα φουστάνια της, αυτήν την αδιαφορία. Αυτήν την περηφάνια, αυτόν τον εγωισμό. Όλοι τους είχαν συμβάλει στο να γίνουν τα φουστάνια της πιο μαύρα και από την νύχτα, και να μοιάζουν σαν αραχνοΰφαντο πέπλο ριγμένο πάνω στους ανθρώπους, που τους σκεπάζει μέχρις ότου αφήσουν την στερνή θνητή τους πνοή.
Ένιωθε ένα τσίμπημα μέσα του όμως, ένα τσίμπημα που τον προειδοποιούσε πως αυτή, αυτή η μαυροντυμένη γυναίκα, είχε κάνει να νιώθει ο άντρας έτσι. Να νιώθει σαν άβυσσο την καρδιά του, σαν γυαλί την ψυχή του, και να αισθάνεται το μυαλό του σκοτισμένο. Αυτή η γυναίκα ήταν η απάντηση, στο ποια μοίρα τον σημάδεψε… κι αυτό έκανε και τώρα αυτή η Μοίρα, τον σημάδευε με το βλέμμα της, με όλη της την ψυχή, με όλη την ουσία που την διακατείχε από τότε που γεννήθηκε από Θεούς και Τιτάνες, και κατοίκησε στις νύκτες και στους χειμώνες.
Πριν φτάσει εδώ στην πόρτα ο άντρας, πριν ακόμη έρθει εδώ, σε τούτο το σπίτι μέσα στο δάσος και αντιμετωπίσει μέσα του τον Χρόνο, πριν μάθει όλα όσα έμαθε και δει όσα είδε, ο άντρας αυτός μετά από εκείνην την χειμωνιάτικη νύχτα, που ένα άστρο έπεσε, ταξίδεψε πολύ. Ταξίδεψε μέσα σε θάλασσες, και στις μπόρες τους και στις φουρτούνες τους. Πάλεψε με τα μανιασμένα κύματα που ξέβραζαν τα μάτια του, και με της ψυχής του τ’ άγρια τα αστροπελέκια. Κουμάνταρε και έχασε το καράβι του. Μα βρήκε και στεριές. Βρήκε και νησιά. Γνώρισε την Κίρκη και την Καλυψώ, και ήπιε μαζί τους το γλυκό πιοτό της λησμονιάς, χορεύοντας στον χορό που λύρες έπαιζαν μαγεμένες από την ομορφιά των κυράδων τους. Ατένισε τον έναστρο ουρανό, ξαπλωμένος στα νυμφικά τους κρεβάτια, δίπλα στην αμμουδιά, και ονειρεύτηκε το λυτρωτικό ταξίδι του, που του ‘χαν τάξει οι σειρήνες. Χάθηκε όμως πάλι στις ερήμους και στις Σαχάρες που άνοιξαν μπροστά του. Ένιωσε την καυτή ζέστη να του αφήνει στα χείλη μόνο μια πνοή, και πλανήθηκε με τις οάσεις που του πρόσφεραν οι ψεύτικες αισθήσεις του. Λάτρεψε σαν θεούς τις σταγόνες της βροχής, που έκανε πολύ καιρό να νιώσει πάνω στο διψασμένο και ξερό κορμί του. Μα βρήκε στο διάβα του και Βεδουΐνους μοναχούς, που απλόχερα του πρόσφεραν την κάθε τους πηγή σοφίας και εμπειρίας. Βρήκε στα καραβάνια που συνάντησε κι αλχημιστές, τους τελευταίους της γενιάς, που μάταια του πρόσφεραν το ελιξίριο της αθανασίας και κάθε άλλο ελιξίριο κάθε ανθρώπινης επιθυμίας. Βρέθηκε σε δάση τροπικά και άγρια, να παλεύει με τα θηρία της φύσεως που γέννησε η γη. Μίσησε τα πυκνά δάση που θόλωναν τον νου του, και την ζωή αυτή που τον εγκλώβισε μέσα στα νύχια της και στα κλαδιά της. Έκανε ένα την οργή του με τον πνεύμα του, κάτω από τις ανεπιθύμητες ευλογίες της φυγής. Μάζεψε όμως και τα φρούτα που του ‘δωσαν δύναμη και σθένος, και βρήκε τα δικά του μονοπάτια που χάραξαν ιθαγενείς. Και βρήκε ακόμη, τα κρυμμένα χωριά αυτά των ιθαγενών, και μίλησε με τους μάγους τους, που του ‘δειξαν το πεπρωμένο του, που φώλιαζε σαν δράκος κοιμισμένος μέσα στο σώμα του. Πήρε τις συμβουλές των αρχηγών, που του είπανε να μην ξεχνά το χρέος του, και την αξία αυτού του χρέους. Έφτασε ως τον μακρινό και χιονισμένο βορρά, κι ένιωσε το κρύο της μοναξιάς, που τρυπά κάθε ορατό και αόρατο του ανθρώπου. Πνίγηκε μέσα στις χιονοστιβάδες που κυρίευσαν τον χαρακτήρα του, και πιάστηκε από τα μαλλιά του εγωισμού του για να σωθεί. Πρόδωσε και προδόθηκε από τον ίδιο του τον εαυτό, τις στιγμές που η νύχτα μεγάλωνε, κι ο ήλιος γυρνούσε την πλάτη του αδιάφορος. Πάλεψε με τ’ άγνωστα τέρατα των σπηλιών και γλύτωσε από διαβάτες ατρόμητους και στέρεους, που ζούνε αιώνια στα ψηλά βουνά, μακριά από τους ανθρώπους, που μόνο ακουστά τους έχουν. Κατάλαβε την σημασία της φωτιάς και την χρήση της, που θέλει μέτρο και προσοχή και ζέστανε την ψυχή του, μονάχα με μια φλόγα.
Μα να που όλα αυτά που έζησε στα ταξίδια του, δεν στάθηκαν ικανά όσο έβλεπε τώρα μπροστά του την μαυροντυμένη γυναίκα, να τον βοηθήσουν να τα βάλει μαζί της. Παρά την ήττα του όμως, δεν χαμήλωνε το βλέμμα. Ήταν πολύ εγωιστής για να το κάνει αυτό, όσο κι αν τον πονούσε αυτή η ήττα. Η γυναίκα το απολάμβανε αυτό όμως, χαιρόταν με την διαφαινόμενη ανοησία του ανδρός. Δεν μίλησαν, δεν αντάλλαξαν λόγια – άλλωστε η Ζωή, δεν μιλά, μόνο κάνει. Τα χείλη του άρχισαν να ματώνουν, όσο τα δάγκωνε, και οι αισθήσεις του είχαν περάσει σε άλλον κόσμο, σε άλλη διάσταση. Δεν ένιωθε με το σώμα, δεν ένιωθε τα ορατά, δεν ένιωθε όλα αυτά που είχε μάθει να νιώθει από τότε που γεννήθηκε. Το πνεύμα του, η ψυχή του, είχαν πλέον τις αισθήσεις. Τα μάτια του ήταν πλέον ανοικτά, κι έβλεπε. Ω ναι, αυτό που επιθυμούσε διακαώς, είχε γίνει. Αυτό που τον βασάνιζε, αυτό που τον έκανε να χωριστεί στα δύο, αλήθεια κι εγώ, εγώ κι αλήθεια, είχε νικητή, κι είχε νικητή κάποιον ή κάποια που δεν περίμενε πως θα κέρδιζε.
Κι αυτήν η κάποια που κέρδισε μέσα του, είχε τόσα χρόνια χάσει για αυτόν, την πρωτόγνωρη της αίσθηση, που είχε αφήσει πάνω στο πέπλο που σκέπαζε την πνευματική του υπόσταση. Κι όλα αυτά τα χρόνια, αδυνατούσε να την αναγνωρίσει, αδυνατούσε να τη συλλάβει, την φοβόταν, δυσπιστούσε απέναντί της, και στο τέλος είχε φτάσει να προσβάλει και να απαξιεί την ίδια της την υπέροχη και αδιαμφισβητήτως μοναδική της φήμη.
Κι αυτό το άστρο, αυτό το αστέρι που κάποτε έπεσε, εν μέσω μιας χειμωνιάτικης βραδιάς, έχασκε μπροστά στον ιδιόρρυθμο, ιδιότροπο και παράξενο αυτό άντρα, και σε όλη του την συμπεριφορά. Αυτό το όνειρο, η γεύση του παράδεισου, ο ίδιος ο παράδεισος ήταν το άστρο. Η νεράιδα αυτή, η νύμφη, η θεά που έπεσε, μα έμενε ακόμη στην δόξα της. Αυτός ο έκπτωτος άγγελος, που έχασε τα φτερά του, κι έγινε άνθρωπος, κι ο άντρας άγγιξε λίγο το νέκταρ που έσταζαν από τις πληγές του. Αυτός την ένιωσε, αυτός την κατάλαβε, αυτός την αγάπησε. Ήταν το απάνεμο λιμάνι του, η πατρίδα του που γεννήθηκε για αυτόν, τα μάτια που βάφτηκαν με το μόνο χρώμα που θα άγγιζε την καρδιά του. Ήταν το παρελθόν του, το παρόν του, το μέλλον του. Ήταν η μοίρα του, ήταν το πεπρωμένο του. Και δεν τον ένοιαζε αν ήταν ψέμα. Γιατί δεν ήταν. Ήταν η αλήθεια, η αλήθεια του.
Έστρεψε το βλέμμα του πίσω από την μαυροντυμένη γυναίκα, προς τα ‘κει που κίνησε να φύγει. Στο σταθερό θρασύδειλο βλέμμα της Ζωής, μικρές χαραμάδες ανησυχίας έκαναν την εμφάνιση τους. Και μες στις κόρες των ματιών, το μαύρο τους χρώμα, άρχισε να βάφεται σιγά – σιγά με το χρώμα της οργής και του θυμού. Μίσος περιέβαλε όλο τον τόπο γύρω. Ο άντρας φτάνοντας δίπλα της, ακριβώς δίπλα της, σταμάτησε εκεί για λίγα δευτερόλεπτα. Δεν το περίμενε αυτό η γυναίκα, νόμιζε ότι θα προσπαθούσε να της δείξει πως αδιαφορεί. Σάστισε. Ο άντρας σαν ένδειξη κάποιας έκφρασης που θα βγάζε από τα χείλη στους ανθρώπους, έκλεισε για λίγο τα μάτια και ταυτόχρονα πήρε μια βαθιά αναπνοή. Ήξερε ποια ήταν πλέον ο εχθρός του. Το κατάλαβε.
Έπειτα συνέχισε αποφασιστικά και σταθερά το βήμα του, μη γυρνώντας να κοιτάξει ούτε μια στιγμή την Ζωή. Ένιωθε άλλωστε σίγουρος πως την είχε αποστηθίσει. Δεν τον ένοιαζε τίποτε, αυτό ήταν. Ήξερε, κι ένιωθε σίγουρος για αυτό, πως θα ‘βρισκε τον τρόπο, θα ‘φτανε η ώρα, που αυτή η γυναίκα θα ήταν γονατισμένη σε μια γωνιά, γριά, ανίκανη και στο έλεος του. Κι αυτή η σιγουριά αντλούνταν από το αστέρι εκείνο, το οποίο είχε πέσει πριν κάποια χρόνια. Ότι άξιζε σε όλη του την πορεία ήταν αυτό το αστέρι. Τα υπόλοιπα ήταν θέμα χρόνου κι εμπειρίας…


© copyright, ανδρέας λισσόβας


Άστρα μη με μαλώνετε - Μανώλης Λιδάκης

Πέμπτη 4 Ιουλίου 2013

Αυτός είμαι...



Μες στα όνειρα γεννιέμαι
κι από 'κει βγαίνω στον κόσμο.
Δεν ζω πολλά χρόνια,
αλλά με νοσταλγούν
σαν με χάσουν.
Με ποθούν, με θέλουν,
μα σαν με αποκτήσουν με ξεχνούν
και με αφήνουν να χαθώ.
Σαν χαθώ δεν γυρίζω πίσω.
Είμαι από ξύλο φτιαγμένος 
και σαν πεθάνω
γίνομαι στάχτη 
για να ξαναγεννηθώ κάπου αλλού. 
Σαν τον φοίνικα και 'γω.
Αυτή είναι η κατάρα μου,
να γεννιέμαι και να πεθαίνω
χωρίς να ζω.
Γιατί είμαι ο Ξύλινος Ιππότης...

© copyright, ανδρέας λισσόβας

Φεύγω - Χάρις Αλεξίου & Stereo Mike

Καλό καλοκαίρι σε όλους...
Θα τα ξανά πούμε,
μάλλον,
από Σεπτέμβρη...

Πέμπτη 30 Μαΐου 2013

γυναίκα



γυναίκα, ω γυναίκα,
αναλγησίας γένος
και παραλόγων
μάνα.
της σιγής
εχτρός
και των σκιών
αφέντρα.

μακριά απ’ το χρόνο
μακριά απ’ τη σιωπή
έχεις μάθει
μόνο να μισείς.
μακριά απ’ τις σκέψεις
μακριά απ’ το φως
έχεις μάθει
μόνο να πονάς

γυναίκα, ω γυναίκα,
κώνειο
στάζουν
τα χείλη σου.
κυάνιο
των ματιών σου
τα επιρρεπή
τα δάκρυα.

μακριά απ’ το χρόνο
μακριά απ’ τη σιωπή
έχεις μάθει
μόνο να μισείς.
μακριά απ’ τις σκέψεις
μακριά απ’ το φως
έχεις μάθει
μόνο να πονάς

γυναίκα, ω γυναίκα,
αναλγησίας γένος
και των σκιών
αφέντρα.

© copyright, ανδρέας λισσόβας

*το "γυναίκα" με μικρό το "γ" έχει το ρόλο του...


 Belladonna - U.F.O.

Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2012

Το μαύρο μαντήλι



Το μαύρο σου εφόρεσες μαντήλι
και τα φουστάνια τα βαριά.
Στο εικονοστάσι σβήνει το καντήλι
κι ανάφτει τ’ άστρο του βοριά.
Οι κολασμένοι πίσω σου σα φίλοι
ακολουθούν το δρόμο του φονιά.

Στο Δίστομο κρατούσες το μαχαίρι
σαν δίκασες, αφέντης, τη ζωή.
Το τόξο κι η φαρέτρα στ’ άλλο χέρι
δεν σιώπησαν για μια στιγμή.
Κόκκινο βάφτηκε της λήθης το αστέρι
μ’ αίμα απ’ την κάθε μου πληγή.

Χρόνους σεργιάνιζες σε μέρη ξένα
απ’ τ’ άγιο το ποτήρι μου να πιεις.
Τα χείλη λιώσαν τα κερένια
μ’ ένα φιλί στο στόμα της ζωής.
Σε θάλασσα χρυσή και αργυρένια
διάλεξες νιο κορίτσι να πνιγείς.

Πως γίνηκε και σ’ ένα βράδυ
βγήκαν σεργιάνι οι νεκροί.
Ορδές, στρατός από τον Άδη
μαζί με τ’ άγριο σκυλί
στης μέρας τ’ άπειρο σκοτάδι
π’ απλώθηκε πάνω στη γη.

Γι’ αλλού, γι’ αλλού όμως κινούσες
ν’ αλλάξεις ως φαίνεται εποχή
κι απ’ το ταξίδι μου ακόμη καρτερούσες
που ‘φυγα για την Καισαριανή.
Μα μες στην Κοκκινιά αναζητούσες
τις γειτονιές του μαύρου δικαστή.

Σκουριάσαν τα καρφιά πάνω στα δέντρα
και ξανά φώλιασε σε δέντρο το πουλί.
Χορτάρι φύτρωσε γύρω απ’ την πέτρα
σημάδι αφήνοντας η τελευταία η πνοή.
Των κολασμένων έσπασε η φαρέτρα
που τράβηξε στον Άδη το παιδί.

Σε μνήμα δεν θέλησες να κλάψεις
μιας και το πήρε ο χαμός
κι όσο απόψε κι αν το ψάξεις
κάτω απ’ του φεγγαριού το φως,
πάνω στο σταυρό σου θα πετάξεις
το αίμα που έσταξε ο Χριστός.


© copyright, ανδρέας λισσόβας

Μαλαματένια λόγια - Λάκης Χαλκίας, Χαράλαμπος Γαργανουράκης & Τάνια Τσανακλίδου

Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2012

Μια κοπέλα στους αγγέλους



Στους χρόνους τους χαμένους
σε παλιό καιρό
έστησε ο διάολος χορό,
πήρε κι εμένα απ’ το χέρι…
Μου έδωσε, αγάπη μου, μαχαίρι.
«Τι ζητάω, τι ζητάς…»
«Ας πονάω, κι ας πονάς…»

Στις αυλές των παραδείσων
δεν ακούς μιλιά.
κι όταν σμίγουν τα πουλιά,
είναι το ταξίδι σου το τελευταίο.
Το αντίο δε σου λέω
όπου πας, κι όπου βαδίζεις.
την ασχήμια… μη μυρίζεις.

Φόρτωσαν οι πλάτες με φτερά
κι εσύ πετάς.
Άγγελε, τώρα ελεύθερη, πετάς…
Στάζει απ’ το αίμα σου πληγή
κι όπου πέσει θα πνιγεί,
των χειλιών σου η πίκρα.
Σ’ έψαξα, μα δεν σε βρήκα…

Άγγελος, ήρθε απόψε συντροφιά.
Άγγελος, σου χαμογέλασε πλατιά.
Μην τον δακρύζεις τώρα, φως μου,
που ‘σβησε η ανατολή του κόσμου.
Άγγελος, τραγούδι τελευταίο…
Άγγελε, αντίο, δε σου λέω.

© copyright, ανδρέας λισσόβας

*Αφιερωμένο στην Αμάντα Τοντ (Amanda Todd) [27 Νοεμβρίου 1996 – 10 Οκτωβρίου 2012]. Αυτό το ποίημα είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω… Μακάρι να μπορούσα να κάνω περισσότερα…


Αυτό είναι το αυθεντικό βίντεο από το κανάλι του παιδιού που το είχε ανεβάσει στις 7 Σεπτέμβρη. Αξίζει να αφιερωθούν 10 λεπτά. Κανείς δεν μπορεί να τα βάλει με τον πόνο, αλλά αυτός δεν πρόκειται να φύγει είτε έτσι, είτε αλλιώς.
Η αλήθεια πρέπει να αντιμετωπίζεται ως έχει,
για να μάθει η ψυχή
να είναι ατόφια.

Πέμπτη 26 Απριλίου 2012

Στάχτη



          Μα ειν’ μια φλόγα,
που μέσα σιγοκαίει…
φέρτε κι άλλο
κάρβουνο
ν’ ανάψει!
Όλους, όλους να τους κάψει!
          μα ειν’ μια φλόγα…

          Σταγόνες,
παράνομες σταγόνες…
βροχή να γίνουν!
Ποτάμια,
ποτάμια να τους πάρουν!
Όλους, όλους να τους πάρουν…
          Σταγόνες…

          Ποτέ μου…
ποτέ μου, δεν θα δεχτώ
          την πίκρα!
Και θα είναι δική τους,
          θα είναι δική τους
                   η ήττα!

© copyright, ανδρέας λισσόβας


Δυστυχία σου Ελλάς - Γιάννης Ζουγανέλης (συμμετέχουν: Γιάννης Κούτρας, Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, Μίλτος Πασχαλίδης)

Ποιος είδε κράτος λιγοστό
σ' όλη τη γη μοναδικό,
εκατό να εξοδεύει
και πενήντα να μαζεύει;

Να τρέφει όλους τους αργούς,
νά 'χει επτά Πρωθυπουργούς,
ταμείο δίχως χρήματα
και δόξης τόσα μνήματα;

Νά 'χει κλητήρες για φρουρά
και να σε κλέβουν φανερά,
κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε
τον κλέφτη να γυρεύουνε;

Όλα σ' αυτή τη γη μασκαρευτήκαν
ονείρατα, ελπίδες και σκοποί,
οι μούρες μας μουτσούνες εγινήκαν
δεν ξέρομε τί λέγεται ντροπή.

Σπαθί αντίληψη, μυαλό ξεφτέρι,
κάτι μισόμαθε κι όλα τα ξέρει.
Κι από προσπάππου κι από παππού
συγχρόνως μπούφος και αλεπού.

Θέλει ακόμα -κι αυτό είναι ωραίο-
να παριστάνει τον ευρωπαίο.
Στα δυό φορώντας τα πόδια που 'χει
στο 'να λουστρίνι, στ' άλλο τσαρούχι.

Σουλούπι, μπόϊ, μικρομεσαίο,
ύφος του γόη, ψευτομοιραίο.
Λίγο κατσούφης, λίγο γκρινιάρης,
λίγο μαγκούφης, λίγο μουρντάρης.

Και ψωμοτύρι και για καφέ
το «δε βαρυέσαι» κι «ωχ αδερφέ».
Ωσάν πολίτης, σκυφτός ραγιάς
σαν πιάσει πόστο: δερβέναγάς.

Δυστυχία σου, Ελλάς,
με τα τέκνα που γεννάς!
Ώ Ελλάς, ηρώων χώρα,
τί γαϊδάρους βγάζεις τώρα;

Γεώργιος Σουρής


LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...