Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σκέψεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σκέψεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2017

Πάθος


Ένα στιλέτο έχω μικρό στη ζώνη μου σφιγμένο,
που η ιδιοτροπία μ’ έκαμε και το ‘καμα δικό μου,
κι αφού κανένα δε μισώ στον κόσμο να σκοτώσω
φοβάμαι μη καμιά φορά το στρέψω στον εαυτό μου…
Ν. Καββαδίας, Ένα μαχαίρι [τελευταίος στίχος]

Ένα πάθος, θα ‘λεγα, κρυφό
μες στο μυαλό μου πάντα γυροφέρνει.
Την μια τη μέρα συνέχεια μου μιλά
και την άλλη δεν με ξέρει και μοναχά σωπαίνει.

Με τεχνάσματα και κόλπα ψάχνει να μ’ απασχολεί
λες κι είναι τέκνο του ίδιου του διαβόλου,
μέχρι να νιώσω πως, τάχα μου, εμένα ‘νε πονά
κι ας μην με νοιάζει διόλου…

Πως τα περνάς εκεί κάτω, ακόμα με ρωτά,
καθόλου δεν σου ‘λειψε αυτή η γνώριμη σου γνώση;
Μη με θαρρείς για αλλιώτικη απ’ αυτή,
που ‘συ, στο νου σου έχεις νιώσει…

Με ψαροντούφεκο, παραμάσχαλα, προς τη θάλασσα τραβά,
για ψάρια που ποτέ δεν έπιασε, να πιάσει.
Γυρίζει και μ’ απορία με ρωτά, εσύ δεν θα ‘ρθεις
την τέχνη που δεν έχεις τώρα δα, κάποτε να τη φτάσεις;

Και πιάνει, σαν φτάνουμε εκεί, με δύναμη, το δεξιό μου χέρι
και με πετά στην θάλασσα και με τραβάει πίσω πάλι.
Κι εγώ, με τρόμο και φόβο, και δίχως να σκεφτώ
αρπάζω το ψαροντούφεκο που το ‘χε αφήσει πλάι.

Πιάνω κι εγώ τον ώμο του με το δεξί μου χέρι
και με το άλλο το ψαροντούφεκο καρφώνω στο άμοιρο του σώμα.
Αίμα και σπλάχνα γέμισαν παντού που θα ‘καναν να μοιάζει με νεκρό
ακόμα κι ένα αγιασμένο χώμα.

Ώρες μετά ή και λεπτά, ναρκωμένος και μ’ ένα μειδίαμα στα χείλη,
σκέφτομαι πως πολύ φτηνά το τομάρι μου έχω γλυτώσει.
Κι όταν στην αντανάκλαση της θάλασσας κοιτώ και βλέπω το αίμα από μένα να κυλά,
ξέρω πως εγώ εμένα, κι όχι το πάθος, τελικά έχω σκοτώσει…

© copyright, ανδρέας λισσόβας

Δυτικές Συνοικίες - Ένας νέγρος θερμαστής από το Τζιμπουτί (ποίηση Νίκου Καββαδία)

Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2017

Μυστηριακό


Που είναι αυτή η φωτιά
που μ’ άναψε
που μ’ έκαψε
και μ’ έκανε
τον άντρα που ‘γινα μα χάθηκα
στης στάχτης το κακό,
το κακό συμμάζεμα;

Που είναι αυτή η φλόγα,
η φλόγα που με γέννησε
και μ’ ανέθρεψε
όπως μονάχα εκείνη ήξερε
δίχως εγώ
να πω κουβέντα;

Μην έσβησε η φωτιά,
η φωτιά αυτή που
στάχτη μ’ έκανε;
Μην κάπνισε κι η φλόγα
που με γέννησε
κι ανέθρεψε
τα δικά μου απ’ το αίμα μου
παιδιά;

Εμπρός, Αιώνιε Καταραμένε
- φανερώσου! -
και δείξε μου
ξανά
τον τρόπο!
Εμπρός, της Γης Αιώνιε Νυχτοβάτη
- φανερώσου! -
και φέρε μου
ξανά
τη φωτιά!

Εμπρός και σεις ψυχές
γυρίστε στο τραπέζι
κι ανάψτε τούτη τη φωτιά
που ποτέ της δεν θα σβήσει!
Και βάψτε χέρια, δάχτυλα
και πένες και καλάμια
και γράψτε όσα ποτέ δεν γράφτηκαν
κι όσα δεν τραγουδιούνται
και πείτε μας μόνο για αυτά
που το σκοτάδι κρύβει
κι οι άνθρωποι δεν μπόρεσαν
ποτέ τους να γνωρίσουν!

Εμπρός ψυχές
- κοράκια λαβωμένα -
ντυθείτε ονείρατα από τον άλλο κόσμο
που δεν έχουμε ονειρευτεί
και φοβόμαστε
στα μάτια να τον δούμε,
μη χάσουμε την ένδοξη και τρομερή ιδέα
πως είμαστε θεοί!
Κι ανάψτε με τ’ αμίλητο
και φοβερό σας λόγο
τον πόθο τον ασίγαστο
τον πόθο τον χαμένο
αυτόν που τάχα κρύψαμε
στον κόσμο τον μοντέρνο
κι αφήσαμε την Ποίηση
σαν τη φωτιά να σβήσει…

© copyright, ανδρέας λισσόβας

Υπόγεια Ρεύματα - Κακή φωτιά

Ποίηση: Κωστής Παλαμάς
Εγώ είμ' εδώ ανυπόταχτος και παραστρατισμένος,
εγώ δαγκώνω με θυμό της φτώχειας το ψωμί,
νόθος της τέχνης είμ' εγώ και της ιδέας διωγμένος
από μιαν έγνοια ο νους θολός, δαρμένο το κορμί

Ο λύχνος μου στης ιερής μελέτης το τραπέζι
σαν ένα νεκροκάντηλο στα μάτια μου αχνοπαίζει
όλα πολέμια κρύα βιβλία, κοντύλια και χαρτιά.
Με καίει κακιά φωτιά.

Εμέ η ζωή μου πλάνεμα και η γέννηση μου λάθος
το λόγο δεν ορέγομαι, δεν ξέρω το ρυθμό
σέρνουν εμένα δυό άλογα, τ' αράπικο το πάθος
και τ' αφροστάλαχτο όνειρο μπορεί και στο γκρεμό.

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2015

Ανάκατα

Ξημερώματα 29ης Γενάρη αρχίζω να γράφω. Έλειψα αρκετό διάστημα, και όχι μονάχα μέσα από εδώ. Ούτε να πιάσω ένα χαρτί να γράψω δεν πρόλαβα… Κάτι έγραψα πριν κάτι μέρες, αλλά δεν το τελείωσα, το συνέχισα λίγο ακόμη προχτές, αλλά ούτε πάλι το τελείωσα…
Και να πω ότι δεν ήθελα να γράφω αυτόν τον καιρό, ψέματα θα πω. Άλλωστε, δεν θέλω και τίποτε άλλο να κάνω από το να γράφω. Αλλά εργασίες, ευθύνες, δουλειές, γεγονότα και διάφορα άλλα δεν με αφήνουν. Και θέλω να γράψω τόσο πολύ, να σχολιάσω τα τεκταινόμενα, να εκθέσω τις ιδέες μου και τις σκέψεις μου, να αφήσω τα συναισθήματα μου να δέσουν τον χορό των λέξεων, να…, να… να…! Και σαν κανάτα φουσκωμένη με νερό νιώθω, που είναι έτοιμη να ξεχειλίσει, να ξεχυθούν όλα πάνω στο χαρτί, με σκοπό να νιώσω πιο ανάλαφρος, επιτέλους.
Απόψε, όμως δεν πρόκειται να το κάνω πάντως αυτό, παρά μόνο θα αφήσω μόνο ένα μικρό στίγμα, ίσα – ίσα μια τζούρα που λένε, να ξεχαστώ λιγάκι.
Αρχικά, μπήκαμε σαν χώρα σε μια άλλη τροχιά, πλέον. Έτσι φαίνεται δηλαδή. Κι είναι κιόλας. Σαν να έφυγε ένα βάρος βρε παιδί μου, ένας βραχνάς από πάνω μας, σαν να ξεφορτώσαμε το σαμάρι – υπονοούμενο ήταν αυτό… – και σαν να μοιάζουν αλαφρότερες οι μέρες, πιο αισιόδοξες κάπως. Ίσως να φταίει κι ο αέρας της αλλαγής που ήρθε καταπάνω μας, και οι ιστορικές στιγμές που ζούμε! Γιατί σίγουρα είναι ιστορικές… Πρώτη φορά αριστερά άλλωστε, και μόνο αυτό αρκεί για αρχή στην ιστορία. Κι ας έλεγε θυμάμαι η μάνα μου, το 2012, ότι δεν πρόκειται να κυβερνήσει ποτέ η αριστερά στην Ελλάδα. Είδες όμως, ποτέ μη λες ποτέ…
Εγώ ούτε αριστερός είμαι, ούτε δεξιός. Δεν πολυγουστάρω να μπαίνω σε καλούπια. Είτε πρόκειται για την πολιτική, είτε για πολλά άλλα πράγματα, ακόμη και στην ποίηση. Δεν μου αρέσει άλλωστε να ακολουθώ μόνο ένα ρεύμα. Προτιμώ να νιώθω και να είμαι πιο λέφτερος…
Όσο για τα υπόλοιπα, πόσα να ειπωθούν, πόσα να γίνουν, πόσα πρέπει να γίνουν. Κι αναφέρομαι για μένα τώρα. Δύσκολη χρονιά το 2014. Κατ’ αρχάς λόγω μιας απώλειας από τον στενό οικογενειακό κύκλο, που άλλαξε πολλά πράγματα. Κατά δεύτερον, όλος ο οικογενειακός αγώνας πριν την απώλεια. Είχαμε να κάνουμε με διάολο βλέπεις… Ναι, στον καρκίνο αναφέρομαι. Και κατά τρίτον έπειτα, σε διάφορες μετέπειτα καταστάσεις, που με πήγαν πίσω – ή μπροστά; – και δεν με άφησαν διόλου να ξεκουραστώ, ούτε το καλοκαίρι, ούτε τώρα τον χειμώνα στις διακοπές.
Απ’ την αρχή της περσινής χρονιάς είχα βάλει στόχο να στρώσω τα πράγματα με την σχολή. Και έκατσα και στρώθηκα και διάβασα κι όλα κομπλέ, που λένε. Μπορεί να τρέχω ακόμη ώρες – ώρες και να μην προλαβαίνω ούτε ένα σαββατοκύριακο να ξεκουραστώ με τους αγώνες που έχω επιπλέον, αλλά χαλάλι, μιας και στην τελική ευθεία είμαι να τελειώσω, αλλά και θαρρώ πως απέκτησα πλέον και την συνήθεια να αποφεύγω πιο εύκολα την αργοσχολία. Δηλαδή από προσωπικής επαγγελματικής κατεύθυνσης μπορώ να πω πως είμαι σε πάρα πολύ καλό δρόμο, αλλά αυτό δεν μου αρκεί. Κι ούτε βοήθησε τα υπόλοιπα να είναι πιο ανάλαφρα…
Κι αυτό που είπα και πιο πάνω, αυτό που με τρώει δηλαδή τώρα, είναι το γράψιμο. Κι αυτό θέλω κάπως να το βολέψω, ή να το ξανά βολέψω μέσα στη ζωή μου. Γιατί άλλος άνθρωπος νιώθω άμα δεν το κάνω… Οπότε από εδώ και στο εξής θα προσπαθώ να ακολουθώ κι εδώ ένα πρόγραμμα, και με την γραφή, για να υπάρχει μια γραμμή, μια αλυσίδα που θέλω να φτιάξω, ή καλύτερα να συνεχίσω… Αλλά ας μην υπόσχομαι και πολλά, γιατί δεν ξέρουμε και τι θα μας ξημερώσει στο κάτω – κάτω!
Λοιπόν, καλή χρονιά σε όλους εύχομαι, έστω και λίγο αργά, και να μας έχει ο Θεός καλά να συνεχίζουμε να κάνουμε ότι αγαπάμε ο καθένας!

© copyright, ανδρέας λισσόβας

Ποιον εχθρό πολεμάς - Γλυκερία

Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2014

Το άσμα του κύκνου


«Η κόρη, θαρρώντας πως μιλά στη θάλασσα»

-Έψαχνα απόψε το φεγγάρι,
μήπως εσύ το βρήκες;
Θυμάμαι που χρόνια πριν
το ‘χες μες στην αγκαλιά σου.
-Στην αγκαλιά μου το ‘χα,
πριν χρόνια το φεγγάρι·
μα απόψε δεν το έχω.

-Έψαχνα απόψε – όπως και χτες –
τ’ ασημοφέγγαρο·
μήπως ξεύρεις απόψε που ‘ναι;
Θυμάμαι που ‘συ τ’ αγαπούσες
κι αυτό εσένα.
-Κι αυτό εμένα, κι εγώ αυτό,
τ’ ασημοφέγγαρο το αγαπούσα·
μα απόψε δεν ξεύρω που ‘ναι.

-Έψαχνα απόψε – όπως δυο βράδια τώρα –
την όμορφη πανσέληνο·
μήπως τα μάτια σου την είδαν;
Θυμάμαι που στα σκοτεινά
μαζί της πάντοτε μιλούσες.
-Μιλούσα πάντοτε στα σκοτεινά,
με την όμορφη πανσέληνο·
μα τα μάτια μου απόψε δεν την είδαν.

-Κόρη, απόψε, το φεγγάρι,
τ’ ασημοφέγγαρο,
την όμορφη πανσέληνο
δεν έψαξες, δεν ψάχνεις;
-Το φεγγάρι,
τ’ ασημοφέγγαρο,
την όμορφη πανσέληνο
όσο κι αν έψαξα, δεν βρήκα…
Μάταια γύρεψα να βρω,
ότι παλιά μου είδα με τα μάτια.
Μ’ αρνήθηκε, με ξέχασε
κι ούτε με γύρεψε ποτέ,
όσο κι αν τ’ αγαπούσα…

«Και μες στην θλίψη της,
στον πόνο της,
η κόρη έσβησε κι εχάθη.
Ένα δειλινό,
τρεις βραδιές και μία πριν
ήταν που το πνεύμα της
απ’ τ’ αχείλι της εχύθει.
Κι έψαχνε να βρει πάνω στη γη,
ότι μια ζωή αρνήθει…»

-Δόλια, τα μάτια σου τ’ άφησες,
εκεί που πάντοτε κοιτούσες – χάμω.
Ποτέ δεν τα ‘στρεψες ψηλά,
ποτέ δεν γύρεψες να βρεις
το φεγγάρι,
τ’ ασημοφέγγαρο,
την όμορφη πανσέληνο.
Μήτε σε τρεις και μια βραδιές,
μήτε σε δυο και χίλιες μία
θα μ’ έβρισκες
          κι ας ήμουνα μπροστά σου…
Εσύ ‘σουν που μ’ αρνήθηκες,
εσύ που ξέχασες που ήμουν.
Και μες στον θάνατο
ποτέ σου δεν θα βρεις
ότι μες στην ζωή έπρεπε
να βρεις και να κρατήσεις…

© copyright, ανδρέας λισσόβας

Ήμερος ύπνος - Θανάσης Παπακωνσταντίνου & Μάρθα Φριντζήλα

Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2014

Μια ευχή


Τα χέρια μες στο σκοτάδι
απλώνω μήπως σε πιάσω
κι όσο τα χέρια είν’ αδειανά
παλεύω να σε ξεχάσω

Κοιτάζω μες στον καθρέπτη
και η εικόνα μοιάζει μισή
σφίγγω τα χέρια, κάνω μια ευχή
πίσω να έρθεις εσύ

Ζητάω μόνο μια μέρα,
μια μέρα όλη δικιά σου
όπως τα χρόνια που έφυγαν
και ήμουν στην αγκαλιά σου

όπως τότε που ξύπναγα
μονάχα απ’ τα φιλιά σου
και τα ταξίδια που έκανα
ήτανε στα όνειρα σου

Άραγε μένεις μονάχη;
άραγε τώρα φοβάσαι;
Εγώ καρδιά μου θα ‘μαι εδώ,
μονάχ’ αυτό να θυμάσαι…

© copyright, ανδρέας λισσόβας

Θυμάμαι όσα είχες πει - Κίτρινα Ποδήλατα

Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2014

Θάλαμος 2.15


Όλη η κληρονομιά τ’ ανθρώπου,
        είν’ ένα δέντρο.
 – τίποτε περισσότερο,
                τίποτε λιγότερο –

© copyright, ανδρέας λισσόβας

Το Δέντρο - Active Member

[...]
Πάντα σκεφτόμουν μια νυχτιά
πόσο μεγάλη μπορεί να 'ναι
και ρωτούσα οι στιγμές
όταν χάνονται που πάνε

Κανείς δε μου 'πε,
θα βολευόμουν και με ψέμα
Τότε μου απάντησε ο χρόνος
"δύσκολο το θέμα"
[...]

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2014

Αχ, και να 'ξερα


Στ’ ασημόδεντρο της Τέχνης
και στην κρυφή πηγή
πως φεύγουνε τα χρόνια
πριν να έρθει η αυγή

Πούλια μου, ξεχασμένη
τι να μου πεις κι εσύ
σαν βλέπεις τους ανθρώπους
να συνεχίζουμε τυφλοί

Αχ, και να ‘ξερα
του κόσμου τα παράξενα
τον έρωτα πως σβήνει πριν το φως

Και τα παράλογα
της μνήμης τ’ άσπρα άλογα
πως χάνονται στης λήθης τον καπνό

Ούτε λόγια πια δεν μένουν
σ’ αυτήν εδώ τη γη
που άνοιξε στη μέση
βαθιά και άσχημη πληγή

Γραίγε, φύσα που να πάρει
τούτη τη χαραυγή
πριν να λείψει ο αέρας
που ‘χει μέσα ανατολή

© copyright, ανδρέας λισσόβας

Ο κόσμος που αλλάζει - Αλκίνοος Ιωαννίδης

Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2014

Έφυγα


Έφυγα, στο τέλος τούτης της βραδιάς
στο χάδι τούτης της νυχτιάς
και στα χαμένα όνειρά σου.
Χάθηκα, μες στη δική μου τη φθορά
για ακόμη μια στερνή φορά
πριν με κρατήσει η αγκαλιά σου.

Πριν να σβήσει η αγάπη
πριν χαθεί η ζεστασιά
πριν μου δώσεις το φιλί σου
πριν να πεις πως μ’ αγαπάς.
Έφυγα…
Κι έβαλα πλώρη ουρανό
στον σκοτεινό μου αδερφό
που μ’ άφησε για να πονώ
μόνο εμένα.
Σαν προδομένος Φαραώ
βλαστήμησα και το Θεό
που όμως μ’ άφησε εδώ
μόνο για ‘σένα.

Έφυγα, κι άνοιξα δανεικά φτερά
να φύγω πάλι μακριά
και να χαθώ απ’ τη ματιά σου.
Χάθηκα, στους δρόμους πάλι του μυαλού
στην άκρη απόκρημνου γιαλού
πριν να σβηστώ, μες στα φιλιά σου.

© copyright, ανδρέας λισσόβας

Φεύγω - Νίκος Παπάζογλου

Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2014

3 Χρόνια Ξύλινος Ιππότης - Gala (Κ. Καρυωτάκης)


Όσα δεν φτάνουν τα λόγια, τα φτάνει η σιωπή… κι όσα δεν ειπώθηκαν ποτέ, είναι ήδη ειπωμένα…
Ευχαριστώ εκ βαθέων καρδίας, όσους ακόμη συμπορεύονται στα σιωπηλά πλέον, στο ταξίδι το όσο απομένει της ζωής μας.

GALA
Θὰ γλεντήσω κι ἐγὼ μία νύχτα

Μαυροντυμένοι ἀπόψε, φίλοι ὠχροί,
ἐλᾶτε στὸ δικό μου περιβόλι,
μ᾿ ἕναν παλμὸ τὸ βράδυ τὸ βαρὺ
γιὰ νὰν τὸ ζήσουμ᾿ ὅλοι.

Τ᾿ ἀστέρια τρεμουλιάζουνε καθὼς
τὸ μάτι ἀνοιγοκλείνει προτοῦ δακρύσει.
Ὁ κόσμος τῶ δεντρῶνε ρέβει ὀρθός.
Κλαίει παρακάτου ἡ βρύση.

Ἀπὸ τὰ σπίτια ποὺ εἶναι σὰ βουβά,
κι ἂς μίλησαν τὴ γλῶσσα τοῦ θανάτου,
μὲ φρίκη τὸ φεγγάρι ἀποτραβᾷ
τ᾿ ἀσημοδάχτυλά του.

Εἶναι τὸ βράδυ ἀπόψε θλιβερὸ
κι ἐμεῖς θᾶν τὸ γλεντήσουμε τὸ βράδυ,
ὅσοι ἔχουμε τὸ μάτι μας ὁγρὸ
καὶ μέσα μας τὸν ᾅδη.

Οἱ μπάγκοι μᾶς προσμένουν. Κι ὅταν βγεῖ
τὸ πρῶτο ρόδο στ᾿ οὐρανοῦ τὴν ἄκρη,
ὅταν θὰ σκύψει ἀπάνου μας ἡ αὐγὴ
στὸ μαῦρο μας τὸ δάκρυ

θὰ καθρεφτίσει τ᾿ ἁπαλό της φῶς.
Γιομάτοι δέος ὀρθοὶ θὰ σηκωθοῦμε,
τὸν πόνο του θὰ εἰπεῖ κάθε ἀδερφὸς
κι ὅλοι σκυφτοὶ θ᾿ ἀκοῦμε

Κι ὡς θὰ σᾶς λέω γιὰ κάτι ὡραῖο κι ἁβρὸ
ποὺ σκυθρωποὶ τὸ τριγυρίζουν πόθοι,
τὴ λέξη τὴ λυπητερὴ θὰ βρῶ
ποὺ ἀκόμα δὲν εἰπώθη.

Μαυροντυμένοι ἀπόψε, φίλοι ὠχροί,
ἐλᾶτε στὸ δικό μου περιβόλι,
μ᾿ ἕναν παλμὸ τὸ βράδυ τὸ βαρὺ
γιὰ νὰν τὸ ζήσουμ᾿ ὅλοι.

(Ο ΠΟΝΟΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ – Κ.Καρυωτάκης)

Gala (Θα το γλεντήσω κι εγώ μια νύχτα) - Magic de Spell

Πέμπτη 5 Ιουνίου 2014

Δείπνο στον Άδη


Οι θύμησες που άναψαν
κερί – κερί το βράδυ
ωσάν βροντές που άστραψαν
και έφτασαν στον Άδη,

ξύπνησαν και τον Πλούτωνα
απ’ τον βαθύ του ύπνο
και τον επήγαν άτονα
σε κολασμένο δείπνο.

Δίπλα του ήρθε, άψυχη,
νωθρή, η Περσεφόνη,
μαζί, σαν την πονόψυχη
και άγρια ανεμώνη.

Πιο πέρα ‘κει, ο Κέρβερος
φυλούσε τα σκοτάδια
από το μαύρο Έρεβος
κι απ’ τα δικά σου χάδια,

που άγγιξαν απρόσμενα
της Λησμονιάς τις όχθες
που βρίσκονται στα κείμενα
και στις καρδιές τις νόθες,

και στα θλιμμένα πνεύματα
που χάνονται στο δείλι,
μέσα στα βασιλέματα
κρατώντας ασφοδίλι,

με μνεία για τις έμορφες
και τις παρθένες κόρες
σαν φεύγουν για τις εύμορφες
κι ευλογημένες χώρες,

και χάνονται στ’ ονείρατα
μνήμες ομορφολόγες,
και σβήνουνε στ’ αόρατα
σαν των κεριών τις φλόγες.

© copyright, ανδρέας λισσόβας

Ονείρατα - Νίκη Ξυλούρη

Ονείρατα στον ύπνο μου μαυροφτερουγιασμένα
σαν περιστέρι στη σπηλιά μ’ ετάραξαν για σένα

Κίνδυνο, μαύρο σύννεφο, οι μάγισσες μου λένε
Τ’ αηδόνια αυτά που κελαδούν μου φαίνονται πως κλαίνε

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου 2014

Ο χαμένος φίλος (διήγημα)


Η ζωή πολλές φορές μοιάζει τόσο ίδια, μα σαν την δεις και την πιάσεις με τα χέρια σου είναι τόσο διαφορετική και πρωτόγνωρη κάθε φορά, που μόνο ίδια δεν θα την πεις. Κοιτάς γύρω σου, και πιστεύεις πως όλα είναι σαν και χτες, μα σαν δεις καλύτερα, σαν κοιτάξεις πιο βαθιά, θα καταλάβεις πως η κάθε μέρα είναι μια νέα, διαφορετική μέρα, μα και το κάθε βράδυ, είναι τελικά ένα νέο, διαφορετικό βράδυ. Όπως τότε πριν κάποια χρόνια, εκείνο το χειμωνιάτικο βράδυ στις 4 Γενάρη…
Δεν θεωρώ τον εαυτό μου καλό άνθρωπο, το ξέρω πως έχω κάνει πολλά λάθη αλλά και πάλι όσο περισσότερο μπορούσα να βοηθήσω κάποιον το έκανα. Αλλά κάποιες φορές δεν μπορείς να δώσεις και παραπάνω απ’ ότι έχεις – άνθρωπος είσαι. Πόσο μάλλον όταν ζητάνε υπερβολικά πράγματα από εσένα. Ίσως να μη τήρησα την εντολή «αγάπα τον πλησίον σου» – όπως θα έπρεπε. Δεν ήξερα τι άλλο όμως να κάνω και πιστεύω ότι με την απομάκρυνση μου του έκανα περισσότερο καλό, σε αντίθεση από το να μην έφευγα και να έμενα.
Θεώρησα ότι με αυτήν την απομάκρυνση μου, ο Βαγγέλης θα έβλεπε πως στον κόσμο υπάρχουν και άλλοι που μπορούν να τον αγαπήσουν και να τους αγαπήσει. Να δει πως υπάρχουν και άλλοι φίλοι καλύτεροι από εμένα, σε σχέση με εμένα που νιώθω ότι δεν ήμουν. Τώρα έχω μάθει πως είναι αρραβωνιασμένος και μάλιστα η αρραβωνιαστικιά του είναι και έγκυος. Μαθαίνω τακτικά για αυτόν τι κάνει και πως είναι, έστω και από μακριά. Μερικές φορές σκέφτομαι να πάρω ένα τηλέφωνο να τον ρωτήσω τι κάνει και πως είναι, αλλά δεν το κάνω γιατί κι αυτός έχει κάνει πλέον την ζωή του κι εγώ την δική μου. Στάθηκα πραγματικά ενάμιση χρόνο περίπου δίπλα του μετά από εκείνο το βράδυ, στις 4 Γενάρη, αφήνοντας στην άκρη αρκετούς φίλους και κοπέλες διότι κι όλοι οι υπόλοιποι που είχε, τον παράτησαν στα δύσκολα κι ήμουν ο μόνος φίλος που του είχε απομείνει και παρέμεινα γιατί εγώ το ήθελα, κι όχι γιατί έπρεπε. Και αυτά δεν τα λέω για να δικαιολογηθώ τίποτε, αλλά γιατί έτσι ήταν και έγιναν.
Μετά βέβαια, εγώ πήγα φαντάρος και ψιλοχαθήκαμε για ένα διάστημα. Πέρασα και μια κακή ψυχολογική κατάσταση λόγω της στρατιωτικής θητείας και κάπως έτσι πέρασε λίγος καιρός. Μέχρι που νοσηλεύτηκα στο 401, κι άρχισε να έρχεται ο Βαγγέλης κάθε μέρα και να μου φέρνει φαγητό. Ακόμα και λεφτά μου έφερνε αλλά εγώ ποτέ δεν τα δέχτηκα. Αργότερα πήγα στη Χίο, και έπειτα πήρα μετάθεση στην Αθήνα και συνεχίσαμε την παρέα.
Όλα ήταν καλά μέχρι που η κατάσταση άρχισε να γίνεται ανυπόφορη και εγώ να νιώθω πως παίρνω μια «θέση» που δεν ήταν ποτέ δική μου και δεν θα γινόταν ποτέ. Ο Θεός μας στέλνει στη ζωή με έναν συγκεκριμένο τρόπο – έτσι δεν είναι; – στην θέση αυτή που πραγματικά είναι φτιαγμένη για εμάς. Έτσι λοιπόν κανένας δεν μπορεί να πάρει την θέση κανενός, γιατί ο καθένας μας έχει την μοναδικότητα του, κι όσο κι αν λένε πως ουδείς αναντικατάστατος, δεν ισχύει αυτό σε καμιά περίπτωση. Και πείτε το αυτό σε μια μάνα, να δείτε τι θα σας πει, όσα παιδιά κι αν έχει…
Με τον Βαγγέλη πρωτογνωριστήκαμε τον Σεπτέμβρη του 1998 στην Α’ γυμνασίου που ήμασταν και συμμαθητές. Στην αρχή η αλήθεια είναι πως δεν κάναμε παρέα. Μετά από λίγους μήνες ο Βαγγέλης δεν ξανά εμφανίστηκε για όλο το χρόνο στο σχολείο. Τα άλλα παιδιά δεν έδωσαν σημασία, μα εγώ ανησύχησα και θέλησα να μάθω τι έγινε. Ας μην ήμασταν φίλοι, τον ήξερα έστω, δεν μπορούσα να μην ενδιαφερθώ. Ρώτησα και έμαθα πως έκανε μια σοβαρή εγχείρηση στο κεφάλι. Στενοχωρήθηκα σαν το έμαθα αυτό, αλλά επειδή δεν τον ήξερα και πάρα πολύ καλά και σαν παιδί που ήμουν τότε, συνέχισα απλά την ζωή μου.
Στην Β’ γυμνασίου, στην αρχή της σχολικής χρονιάς, τον συνάντησα πάλι και πιάσαμε την κουβέντα. Τον ρώτησα τι είχε περάσει, και μου είχε πει πως έκανε μια αγγειακή εγχείριση στο κεφάλι και παραλίγο να πεθάνει. Η αλήθεια είναι πως όταν τα έμαθα όλα αυτά, έδειξα συμπόνια και έτσι οι παρέες μας έγιναν πιο συχνές. Κουβεντιάζαμε πιο πολύ και άρχισα να συμπαθώ τον χαρακτήρα του. Με τον καιρό αρχίσαμε να πηγαίνει ο ένας στο σπίτι του άλλου, ή για καφέ, μέχρι που στην Γ’ γυμνασίου είχαμε γίνει πλέον κολλητοί. Μαζί πλέον στο θρανίο, μαζί στις πλάκες, μαζί στις γκόμενες, σε όλα μαζί… Όπως κάνουν οι πραγματικοί κολλητοί σε αυτήν την ηλικία.
Μάλιστα στο λύκειο είχα πλακώσει στο ξύλο τον πιο δυνατό του σχολείου, γιατί αυτός πείραζε τον Βαγγέλη συνέχεια. Ο Βαγγέλης ήταν καλό παιδί και ήταν και λίγο αφελής, έτσι ώστε ο άλλος έβρισκε το πάτημα, να κάνει τις μαγκιές του. Και όταν μια φορά ο Βαγγέλης αντέδρασε, ο άλλος τον έσπρωξε και χτύπησε το κεφάλι του με αποτέλεσμα να ματώσει. Εγώ εκνευρίστηκα τότε, επειδή γνώριζα το πρόβλημα του φίλου μου, και τον έδειρα. Δεν υπολόγισα τίποτε εκείνη τη στιγμή, ούτε ότι ήταν μεγάλο τσογλάνι τότε, ούτε ότι ήταν ο πιο δυνατός του σχολείου, τίποτε πραγματικά… Απέκτησα βέβαια και εγώ κάποιες μελανιές, αλλά από τότε δεν ξανά πείραξε τον Βαγγέλη. Ούτε αυτός, ούτε και κανένας άλλος.
Η ζωή συνεχιζόταν κανονικά και με τον Βαγγέλη παραμέναμε οι κολλητοί που είχαμε γίνει από το γυμνάσιο. Μέχρι που μια αποφράδα ημέρα στην Γ’ λυκείου ο Βαγγέλης ήρθε την ώρα που μπαίναμε στην τάξη, ενώ συνήθως βρισκόμασταν πιο πρωί, πριν αρχίσει το μάθημα και αράζαμε στο παρκάκι όπου τα λέγαμε και ηρεμούσαμε πριν αρχίσει το πρήξιμο που θα είχαμε μετά 6 ή 7 ώρες. Όταν βρήκα την ευκαιρία τον ρώτησα: «Έλα ρε, όλα καλά;». «Όχι» μου κάνει. «Γιατί ρε, τι έπαθες;». «Ο αδερφός μου ρε, δεν είναι καλά. Χτες δεν αισθανόταν καλά και τον πήγαμε στο νοσοκομείο.» μου λέει. «Τι έχει ρε;» ρωτάω κι εγώ. «Δεν ξέρουμε ακόμα» μου απάντησε. «Θα μάθουμε σε λίγο.»


Ο Παναγιώτης ήταν ο κατά 5 χρόνια μεγαλύτερος αδελφός του, κι ο αγαπημένος του, καθώς είχε άλλον έναν αδελφό 3 χρόνια μεγαλύτερο, τον Γιάννη. Περνούσαν οι μέρες κι ο Βαγγέλης φαινόταν αναστατωμένος. Εγώ δεν ήθελα να τον ενοχλώ με αυτό το θέμα, και δεν τον ρωτούσα. Μέχρι που με παίρνει μια μέρα τηλέφωνο και μου λέει: «Άσε, Μάριε, υπάρχει πρόβλημα με τον Παναγιώτη.» «Τι πρόβλημα ρε;» «Έχει όγκο στην καρδιά.»
Μόλις το άκουσα αυτό τα έχασα... Μου έπεσε το τηλέφωνο από το χέρι κι ο Βαγγέλης να ακούγεται από το ακουστικό να φωνάζει: «Ρε Μάριε, είσαι καλά ρε; Σήκωσε το!». Το σηκώνω κι εγώ, και με τρεμάμενη φωνή του λέω: «Καλά ρε, πως γίνεται αυτό, μόνο 23 είναι…
 «Ρε Μάριε δεν έχουν ηλικία αυτά» μου απαντά. «Θα το παλέψουμε και όπου βγάλει.»
Από τότε άρχισε ένας μεγάλος αγώνας για τον Παναγιώτη, τα ξέρεις, χημειοθεραπείες, ακτινοθεραπείες, όλα αυτά. Κι όχι μόνο για τον Παναγιώτη αλλά για όλη την οικογένεια, και για τον Βαγγέλη. Κι ας προσπαθούσε να δείχνει δυνατός ο φίλος μου, δεν ήταν. Τον καταλάβαινα… κι ανθρώπινο είναι, γιατί ποιος αλήθεια είναι δυνατός; Και όλο αυτό τον άλλαξε τον Βαγγέλη. Δεν ήταν ο ίδιος πλέον. Με όσα μάθαινα κι εγώ αργότερα στην Κοινωνιολογία που σπούδαζα και διάβαζα προσπαθούσα να τον βοηθώ όσο μπορούσα για να νιώθει καλύτερα. Κι εντάξει κι αυτός δεν άλλαζε συνήθειες για να μην «πέσει», και συνέχιζε κανονικά τη ζωή του και καλά έκανε. Και για καφέ πηγαίναμε, και για ποτό και όλα.
Αλλά ο πιο μάγκας ήταν ο Παναγιώτης που παρ’ ότι είχε καρκίνο και αυτός περνούσε την μεγαλύτερη ταλαιπωρία, ούτε έδειχνε την στενοχώρια του, ούτε την ανησυχία του, τόσο δυνατός ήταν. Και σου περνούσε και το μήνυμα ότι, «ναι, έχω καρκίνο αλλά θα τον ξεπεράσω, θα τον νικήσω!» Και συνέχιζε φυσιολογικά την ζωή του, κι ίσως να ακουστεί λίγο ωμό αλλά άλλαζε τις γυναίκες σαν τα πουκάμισα, δεν τον ένοιαζε τίποτα, τέτοιος μάγκας ήταν! Τα έγραφε όλα στα παλιά του τα παπούτσια χωρίς να υπολογίζει τίποτε! Ζούσε…!
Και δεν θα ξεχάσω ποτέ τα ξενύχτια που κάναμε με τον Βαγγέλη και τον Παναγιώτη και τις κοπέλες που έφερνε ο Παναγιώτης στο Μπουρνάζι. Τι χορούς ρίχναμε, τι γλέντι κάναμε… Τέτοιο παιδί ήταν ο Παναγιώτης, δεν άφηνε μια κωλοαρρώστια να τον καταβάλει και να τον ρίξει και συνέχιζε λες και δεν είχε τίποτε. Κι ενώ πιο πριν δεν τον γνώριζα καλά, γίναμε αν όχι κολλητοί, πολύ καλοί φίλοι μέσω αυτού που περνούσε, και κάναμε πολύ συχνά παρέα.
Έτσι λοιπόν πέρασαν 3 χρόνια μέχρι που μια μέρα λοιπόν με παίρνει τηλέφωνο ο Βαγγέλης και μου λέει, «σου έχω ευχάριστα νέα!» «Έλα ρε, τι έγινε;» Τον ρώτησα. «Ο όγκος του Παναγιώτη σχεδόν εξαφανίστηκε και έτσι όπως πάει δεν θα τον έχει σε λίγο!» μου είπε ο Βαγγέλης. Εγώ από την χαρά μου πετούσα, καθώς έλεγα μέσα μου, επιτέλους ένα τέτοιο παιδί που πέρασε τόσες φουρτούνες, επιτέλους θα βρει την γαλήνη του! Έλα όμως που η ζωή είναι σαν την θάλασσα, κι όταν είναι ήρεμη κάτω από την ξαστεριά, ξαφνικά ξεσπά μια απρόσμενη καταιγίδα και να πάλι οι φουρτούνες… Αφού πέρασαν ένας ή δυο μήνες, – θα σε γελάσω – Δεκέμβρης του ‘06 πρέπει να ‘τανε, μου λέει ο Βαγγέλης,  «Ο Παναγιώτης δεν είναι πάλι καλά.» Και τον ρωτάω εγώ, «δεν το ξεπέρασε;» «Το ξεπέρασε,» μου λέει, «αλλά τον τελευταίο καιρό έχει αρχίσει να μην τρώει, να μην κοιμάται, κι όλη μέρα να είναι χάλια ψυχολογικά.» «Έλα μωρέ,» να του κάνω εγώ, «δεν θα είναι τίποτα, από τις χημειοθεραπείες θα είναι, θα τον κούρασαν.» Ο όγκος δεν είχε εξαφανιστεί τελείως και για αυτό συνέχιζε τις χημειοθεραπείες…
Πέρασε που λες έτσι όλος ο Δεκέμβρης, μέχρι που την Πρωτοχρονιά του 2007, στις 6:30 το πρωί, κι ενώ γυρνούσα από την καθιερωμένη πρωτοχρονιάτικη έξοδο με παίρνει τηλέφωνο ο Βαγγέλης. Δεν είχε βγει ο Βαγγέλης, είχε καθίσει στο σπίτι να περάσει την αλλαγή της χρονιάς μαζί με τον αδερφό του – λες και το ‘ξερε… Μου λέει λοιπόν στο τηλέφωνο, «Μάριε φίλε μου, συγνώμη που σου χαλάω την διάθεση, αλλά ο Πάνος δεν είναι καλά. Ο καρκίνος έκανε μετάσταση στους πνεύμονες και πολύ φοβάμαι ότι ο Παναγιώτης μετράει τις τελευταίες μέρες του…» Εγώ σαν φίλος προσπάθησα να τον καθησυχάσω και να του λέω ότι «Όλα θα πάνε καλά. Ο Πάνος είναι μαχητής ρε, θα δεις θα το ξανά περάσει!». Μέσα μου όμως ήξερα, έστω και με τα λίγα που γνώριζα, πως όταν ο καρκίνος κάνει μετάσταση είναι πολύ δύσκολα τα πράγματα.
Ο Παναγιώτης έξι μήνες πριν είχε γνωρίσει μια κοπέλα, την Ευγενία, και την ερωτεύτηκε και κάνανε σχέση. Στην κοπέλα δεν είχε πει τίποτα ότι έχει καρκίνο. Μέχρι που 4 μήνες μετά, όταν και έμαθε πως πάει καλά η αρρώστια του, της το είπε. Κι αυτή, τον παράτησε, καλό κουμάσι ήταν τελικά, επειδή κατά τα λεγόμενα της δεν μπορούσε να διαχειριστεί όλο αυτό το θέμα. Πολύ φοβάμαι ότι αυτό έπαιξε μεγάλο ρόλο στην ψυχολογία του, γιατί ο Πάνος την αγαπούσε και μετά τον χωρισμό έγινε κομμάτια. Και ξέρεις τι σημασία έχει η ψυχολογία σε αυτήν αρρώστια…
Ώσπου έφτασε το χειμωνιάτικο αυτό βράδυ στις 4 Γενάρη του 2007. Βλέπαμε με την μάνα μου μια ταινία και μόλις είχε τελειώσει, κι εγώ πήγαινα να κοιμηθώ γιατί δούλευα το πρωί. Και εκείνη την ώρα χτυπά το τηλέφωνο και βλέπω πως με έπαιρνε ο Βαγγέλης. Γυρνάω στη μάνα μου, και της λέω «μάνα, αυτό δεν είναι για καλό…». Ήταν 2 η ώρα ακριβώς. Σηκώνω το τηλέφωνο, «Έλα ρε Βάγγο, όλα καλά φίλε;» Καλός βλάκας κι εγώ, αλλά τι να πω. «Έπεσε ο Πάνος, Μάριε, το πάλεψε αλλά δεν μπόρεσε να σηκωθεί…» «Τι εννοείς ρε Βαγγελάκη…;» του λέω, «Αυτό που καταλαβαίνεις, πέθανε…» μου είπε. Μα την Παναγία, στο σταυρό που σου κάνω, όλη εκείνη την ημέρα είχε άπνοια, και ξαφνικά εκείνη την ώρα, πιάνει μια δυνατή βουή ο αέρας, λες κι ο ίδιος ο άνεμος έκλαψε με τον τρόπο του για λίγο. Η μάνα μου να κλαίει και να οδύρεται μιας και άκουσε την κουβέντα μου. Κι εγώ δεν ήξερα τι να πω στον Βάγγο. «Συλλυπητήρια, Βαγγέλη… Μακάρι να ηρεμήσει  η ψυχή του…» Μόνο αυτό μπόρεσα να ψελλίσω, τι άλλο να πω κι εγώ.
Μιλήσαμε λίγο, του είπα αν ήθελε να πάω από εκεί, αλλά δεν ήθελε. «Όχι ρε Μάριε, δεν πειράζει, πήγαινε κοιμήσου και θα σε πάρω αύριο το πρωί.» μου είπε ο Βαγγέλης. Που να κοιμηθώ εγώ μετά. Κάθισα λίγο από εδώ, λίγο από εκεί, δεν με χωρούσε ο τόπος. Σηκώθηκα, ντύθηκα και βγήκα στον δρόμο. Περπάτησα όλο το Περιστέρι και το Χαϊδάρι και γύρισα το πρωί στο σπίτι να ετοιμαστώ για να πάω στη δουλειά. Μετά από την δουλειά γύρισα νωρίς το μεσημέρι, καθώς ούτε μυαλό ούτε όρεξη είχα για να δουλέψω, κι εξήγησα κι εκεί την κατάσταση και μου έδωσαν μια βδομάδα άδεια. Κοιμήθηκα λίγο και μετά πήγα στο σπίτι του Βαγγέλη να συλλυπηθώ όπου έκατσα μέχρι τις 4 το βράδυ.
Η κηδεία ήταν την άλλη μέρα. Πήγαμε μαζί με τον πατέρα μου καθώς ήθελε να έρθει κι αυτός. Η κατάσταση, όπως καταλαβαίνεις, τραγική. Οι γονείς, οι συγγενείς, όλοι να κλαίνε. Ο πατέρας μου – ευσυγκίνητος άνθρωπος – κι αυτός να κλαίει σαν μικρό παιδί, αλλά εγώ με τον Βαγγέλη ούτε δάκρυ. Να μου λέει ο πατέρας μου, ότι του πονούσε το στήθος και κάτι τέτοια. Και του λέω «Ρε πατέρα σήκω και πήγαινε στην δουλειά, θα καθίσω εγώ εδώ. Άσε μη μου πάθεις κι εσύ τίποτα μεγάλος άνθρωπος κι έχουμε κι άλλες στενοχώριες μετά.» Που λες, τελικά έφυγε ο πατέρας μου, κι εγώ κάθισα εκεί. Αλλά να μην χύνω ούτε δάκρυ, και να απορώ με τον εαυτό μου… Και να λέω μέσα μου, ρε τι σόι άνθρωπος είμαι, τόσο αναίσθητος; Άιντε ο Βαγγέλης κρατιέται για να δώσει κουράγιο στους δικούς του. Εγώ όμως; Εδώ ο αδελφός του κολλητού μου πέθανε, και ήταν και δικός μου φίλος και ούτε δάκρυ; Δεν μπορούσα ούτε τον εαυτό μου να καταλάβω…
Μέχρι που στηθήκαμε στη σειρά να συλλυπηθούμε στην οικογένεια και καθώς περίμενα στη σειρά βλέπω μια εικόνα που δεν θα σβηστεί ποτέ από την καρδιά μου. Ένα παλικάρι σαν τα κρύα τα νερά, να είναι ντυμένος με τα γαμπριάτικα, με τα γυαλιά του και να πηγαίνει η μάνα του και να του αφήνει ένα πακέτο τσιγάρα και να του λέει: «Ορίστε αγόρι μου, δεν θα ξανά καπνίσεις κρυφά ποτέ τώρα.» Τότε ήταν που τα δάκρυα κύλησαν σαν ποτάμι, κι εγώ έκλαιγα σαν μωρό παιδί. Ακόμα κι όταν χαιρέταγα δεν μπορούσα να κρατηθώ, δεν άντεχα. Να με φιλάνε και να με αγκαλιάζουν οι γονείς του, να με αγκαλιάζει ο Βαγγέλης, να μου λέει ηρέμησε, και να του κάνω «Βαγγελάκη, δεν μπορώ… Δεν μπορώ άλλο, πάω να φύγω, θα σε πάρω πιο μετά.». Κι έφυγα από την εκκλησία τρέχοντας σχεδόν, και δεν με ένοιαζε που με κοιτούσαν όλοι. Πήγα και άραξα σε ένα παγκάκι κοντά στην εκκλησία κι έκλαψα για 15 λεπτά ακόμα.
Όταν ηρέμησα έκανα ένα τσιγάρο και πήρα τον πατέρα μου. Του είπα να έρθει να με πάρει αυτός από εκεί, γιατί δεν μπορούσα να πάω μόνος σπίτι. Τον παρακάλεσα να κάτσω κι εγώ στην δουλειά μέχρι το μεσημέρι και να πηγαίναμε μαζί μετά στο σπίτι. Όταν ήρθε, του είπα πως έκανε καλύτερα που δεν έκατσε τελικά.
Μέχρι που πέρασε αυτός ο ενάμιση χρόνος που έλεγα στην αρχή. Από την μια σκέφτομαι πως ίσως να μην φέρθηκα σωστά στο τέλος, από την άλλη όμως νιώθω πως κάποιες φορές η ζωή είναι έτσι, που είναι λες και παίζει μαζί μας, σαν πιόνια, και εσύ δεν έχεις πολλές επιλογές να κάνεις. Γιατί έτσι είναι τελικά η ζωή καταλήγω, ένα ταξίδι που είσαι μόνος στην αρχή και μόνος μένεις στο τέλος. Απλώς συναντάς κάποιους ανθρώπους στην πορεία… κάποιον ίσως χαμένο φίλο… που δεν τον ξεχνάς ποτέ!

Διά την αντιγραφή: Μάριος Ρ.


© copyright, ανδρέας λισσόβας

Λες και τα ονειρεύτηκα - Λιζέττα Καλημέρη

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...