Μες στα όνειρα γεννιέμαι κι από 'κει βγαίνω στον κόσμο. Δεν ζω πολλά χρόνια, αλλά με νοσταλγούν σαν με χάσουν. Με ποθούν, με θέλουν, μα σαν με αποκτήσουν με ξεχνούν και με αφήνουν να χαθώ. Σαν χαθώ δεν γυρίζω πίσω. Είμαι από ξύλο φτιαγμένος και σαν πεθάνω γίνομαι στάχτη για να ξαναγεννηθώ κάπου αλλού. Σαν τον φοίνικα και 'γω. Αυτή είναι η κατάρα μου, να γεννιέμαι και να πεθαίνω χωρίς να ζω. Γιατί είμαι ο Ξύλινος Ιππότης...
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελπίδες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελπίδες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Σάββατο 20 Μαρτίου 2021
Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2015
Κόρη τ' ονείρου
χίλιες θα γεννηθώ
επάνω στο κορμί σου
όπου θ’ αναστηθώ
Θ’ αφήσω την πνοή μου
μέσα σου να μιλά
κι ο έρωτας σαν δάκρυ
πάνω σου θα κυλά
Θα λέει το τραγούδι
που γράφτηκε για μας
κι έχει όλους τους ήχους
απ’ τους αγγέλους μας
Μέσα σου θα με νιώθεις
όπου και αν σταθείς
παράδεισος θα είναι
όπου και αν βρεθείς
Ξανθέ μου άγγελε μου
κόρη τ’ ονείρου μου
για ‘σένα έχω φτάσει
στην άκρη του γκρεμού
Κι αν είναι και αν πέσω
κι αν είναι να χαθώ
για ‘σένα νε καρδιά μου
μόνο θ’ αναστηθώ
Και αυτό το βράδυ πάλι
πάλι θ’ αναστηθώ
χίλιες φορές θα νιώσω
χίλιες θα γεννηθώ.
© copyright, ανδρέας λισσόβας
Ποίηση - Στίχος: Τάσος Λειβαδίτης
Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2015
Όνειρο
Είδα χθες βράδυ στη ζωή,
όνειρο να ξανοίγει
να με φιλάει νεράιδα
και να ‘χω το κορμί της
Να με κοιτούν τα μάτια της,
να νιώθω το φιλί της
και να ακουμπάει στην καρδιά
τα κρινοδάχτυλα της
Μη, να χαρείς, τα νειάτα σου
μη παίρνεις το φιλί σου
και μη φοβάσαι αν εγώ
δείχνω αλλοπαρμένος
Βρήκα χτες βράδυ στη ζωή
ένα ζεστό λιμάνι
γιατί είμαι κι απ’ τα ονείρατα
πολύ κυνηγημένος
Νεράιδα και φεγγαρό -
και φεγγαροπλασμένη
κρύψε μέσα στον κόρφο σου
όσα φιλιά σου δίνω
Για να ‘χεις να ονειρεύεσαι
τα βράδια που ‘σαι μόνη
με το σεντόνι αγκαλιά
και με τη νεραιδοσκόνη
© copyright, ανδρέας λισσόβας
Νεράιδα - Μαρία Παπαγεωργίου
Πώς σ' αγαπώ αν το 'ξερες
πόσο σε συλλογιέμαι
βράχος να 'σουν θα ράγιζες
κάστρο θα γκρεμιζόσουν
Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2015
Ωδή στον Ζέφυρο
Κάποτε θα ‘θελα να ‘χα
έναν ουρανό
δικό μου
να χάνομαι όταν λείπεις.
Κάποτε θα ‘θελα να ‘χα
μιαν αυγή
δίπλα στο κομοδίνο,
να την κοιτώ όταν λείπεις.
Κάποτε θα ‘θελα να ‘χα
τον
Ζέφυρο
μέσα σ’ ένα βάζο,
να τ’ ανοίγω όταν λείπεις
και να με πάει μακριά…
Μακριά από ‘σένα,
κι απ’ τα όνειρα σου
που
ποτέ δεν μ’ είχες
μες σ’ αυτά.
Κάποτε θα ‘θελα.
Τώρα, έγιναν…
© copyright, ανδρέας λισσόβας
Όταν τραγουδάω (Ζέφυρος) - Μελίνα Κανά
Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2014
Αχ, και να 'ξερα
Στ’ ασημόδεντρο της Τέχνης
και στην κρυφή πηγή
πως φεύγουνε τα χρόνια
πριν να έρθει η αυγή
Πούλια μου, ξεχασμένη
τι να μου πεις κι εσύ
σαν βλέπεις τους ανθρώπους
να συνεχίζουμε τυφλοί
Αχ, και να ‘ξερα
του κόσμου τα παράξενα
τον έρωτα πως σβήνει πριν το φως
Και τα παράλογα
της μνήμης τ’ άσπρα άλογα
πως χάνονται στης λήθης τον καπνό
Ούτε λόγια πια δεν μένουν
σ’ αυτήν εδώ τη γη
που άνοιξε στη μέση
βαθιά και άσχημη πληγή
Γραίγε, φύσα που να πάρει
τούτη τη χαραυγή
πριν να λείψει ο αέρας
που ‘χει μέσα ανατολή
© copyright, ανδρέας λισσόβας
Ο κόσμος που αλλάζει - Αλκίνοος Ιωαννίδης
Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2014
Τα δυο σου μάτια
Πολύτιμα διαμάντια
έχουν τα δυο σου μάτια
και τραγουδούν οι κλέφτες
πως σε ποθούν
Σα γρήγορα ελάφια
είναι τα δυο σου μάτια
και τρέχουν από ‘μένα
για να κρυφτούν
Τρέχω κι εγώ μ’ εσένα
και με τα δυο σου μάτια
κι όλοι μαζί γυρεύουν
για να σε βρουν
Γυρεύω στη σελήνη
να δω τα δυο σου μάτια
και μου μαθαίνει ο ήλιος
πως αγαπούν
Σε σπήλαια κι εικόνες
που ‘ναι τα δυο σου μάτια
αγιογραφίες όλες
μου τραγουδούν
Μου τραγουδούν για ‘σένα
και για τα δυο σου μάτια
αχ, πως κρυφά απ’ όλους
με αγαπούν…
© copyright, ανδρέας λισσόβας
Μάτια μου - Νίκος Παπάζογλου
Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2014
Φωτιά στο φιλί
Παίρνω τους δρόμους και τα λαγκάδια
ρωτώ διαβάτες, περαστικούς
αν είδαν κόρη, μαυρομαλλούσσα
αν είδαν κόρη του φεγγαριού
Τραγούδια λένε, κι άλλοι μου λένε
πως είδαν κόρη του φεγγαριού
κι αν θέλω κι άλλα, γι’ αυτή να μάθω
μάτια και χείλη, αυτά θα μου πουν
Ρωτώ τα χείλη,
τι λεν’ για ‘σένα
και ψιθυρίζουν
φωτιά στο φιλί
Ρωτώ τα μάτια
τι είδαν σε ‘σένα
και τραγουδούνε
πως είδαν μια μικρή
μια
μικρή που μ’ άναψε
και μου
‘βαλε
φωτιά
στο φιλί
Δεν σβήνει η φλόγα, ουτ’ από δάκρυ
δεν σβήνει η φλόγα που ‘ναι φωτιά
και φταις γι’ αυτό, εσύ μικρή μου
που μου την άναψες στην καρδιά
Τι κι αν τραγούδια τώρα σου γράφω
δεν φεύγει από μέσα μ’ ο σεβντάς
και δεν με νοιάζει διόλου, το λέω
κι ας μάθουν όλοι, για εμάς.
© copyright, ανδρέας λισσόβας
Μέτρησα - Απόστολος Ρίζος
Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου 2013
2 Χρόνια Ξύλινος Ιππότης
Από χρόνο σε χρόνο, κι από
όνειρο σε ανάμνηση, μέχρι να φτάσει κάποτε το πλήρωμα το αναπόφευκτο του
χρόνου. Έτσι λοιπόν κι εδώ, ο Ξύλινος Ιππότης, έφτασε τα 2 χρόνια του και παρά τις
κατά καιρούς επιθυμίες του εν λόγω «ποιητή», συνεχίζει να ζει και να αναπνέει,
να ακολουθεί το δικό του δρόμο, όντας πλέον όπως είναι και η ουσία του, όχι
αθάνατος, μα πάντοτε αναγεννημένος, ξανά και ξανά, σε αντίθεση με όλη την φύση της
ζωής και του θανάτου. Αλλά σαν να βλέπω πλέον καλύτερα με την πείρα που αποκτώ
κι εγώ, κάτι σα να διακρίνεται στο ξίφος του Ιππότη. Σκαλισμένη βλέπω, μια
επιγραφή:
«Verba volant, scripta manent»
Κι αυτό μάλλον το σκάλισε για
να το θυμάται πάντοτε, να μην το ξεχνά, όταν κάθε λέξη που ξεπηδά μέσα στο
χαρτί, πως δεν είναι απλά λέξεις σε σειρά αυτά που κάμει, μα λόγος αιώνιος, που
διαμορφώνει τον χαρακτήρα του, τη ζωή του, την μοίρα του. Την μοίρα που
σκαλίζει κάθε μέρα που περνά, με τον τρόπο του, όπως σιγά - σιγά και ταπεινά έμαθε,
σε ένα μικρό δωμάτιο, στο πατρικό του, στο χωριό του, τα βράδια, μ’ ένα μόνο
φως από ένα μικρό φωτιστικό, τις νύχτες αυτές που τίποτε δεν μπορούσε να μπει
ανάμεσα σε αυτόν και το χαρτί. Κανείς δεν μπορούσε να μπει ανάμεσα σ’ αυτόν και
στις σκέψεις του. Σ’ αυτόν και στα όνειρα του. Σ’ αυτόν και στην ζωή του. Κι
έγινε όλο αυτό συνήθεια, έγινε σώμα, έγινε πνεύμα, έγινε Ξύλινος Ιππότης.
Άνοιξε όμως ο ασκός του Αιόλου,
κι από την βαθιά κι αχόρταγη μνήμη αρχίζουν να ξεπηδούν αναμνήσεις από τα
μακρινά και από τα κοντινά, απ’ τα σημαντικά κι απ’ τα ασήμαντα, απ’ τα λίγα της
ζωής, κι απ’ τα πολύ λίγα που γίνονταν απλά στιγμές. Στην ουσία όμως δεν
επιθυμώ απόψε να δέσω τις περίεργες αυτές νύμφες σ’ έναν χορό, όπως συνηθίζω
πολύ συχνά να κάμω, και θα τις αφήσω να χορέψουν μια άλλη στιγμή, μια άλλη
βραδιά, που θα ξανά αναγεννηθεί για άλλη μια φορά ο Ξύλινος Ιππότης, όταν πάλι
από καιρό φτάσει να καεί…
Όχι, όχι, ο Ιππότης ετούτη τη
στιγμή είναι πολύ καλά. Δεν πλησιάζει καμιά φωτιά ακόμη στον ορίζοντα. Στέκεται
φρουρός στον μικρό του πύργο στις παρυφές του δάσους, αγναντεύοντας τους καιρούς…
Αυτή είναι η δουλειά του, αυτό είναι το καθήκον του. Και του αρέσει. Δεν
φοβάται. Ίσως γιατί ξέρει πως όσες φωτιές κι αν πλησιάσουν και τον κάψουν, οι ίδιες
θα είναι που θα τον ξανά αναγεννήσουν, και θα τον κάμουν δυνατότερο και
σοφότερο…
© copyright, ανδρέας λισσόβας
Στου δράκου την καμπούρα
πάνω στης ράχης το φτερό
στ’ άγρια τα κάστρα πολεμάω
κι έτσι τους χρόνους μου μετρώ
Φτιάχνω φαρέτρα μαύρη
απ’ της νύχτας τα μαλλιά
πάνω στης γης τ’ αλάτι γράφω
και τραγουδώ με τα σκυλιά
Την κούπα μου γεμίζω,
κερνάω το φίδι για να βγει
όρθιος στον ήλιο να γρικάω,
στον ουρανό του αετού η κραυγή.
Τρίτη 28 Μαΐου 2013
Το φεγγάρι της αυγής
Ένα – ένα τα φεγγάρια,
τα ‘χω μαζέψει,
και τα φυλάω
κρυφά,
στη βαλίτσα μου.
Ένα – ένα τα φεγγάρια αυτά,
το ίδιο
τ’ αγαπώ,
σαν και πρώτα
που τα γνώρισα.
Μονάχα ένα όμως,
έκλεψε
και την καρδιά μου
και τ’ αγαπώ
κομμάτι περισσότερο.
Αυτό,
το φεγγάρι της αυγής,
που ξημερώνει
κι είναι ακόμη
εκεί
– κόντρα στα πρέπει και στα μη –
λες, κι αυτό το κάνει,
ετούτο το φεγγάρι,
για να ανταμώσει
τον ήλιο.
Να του πει,
δες,
εγώ
θα ‘μαι
πάντα
εδώ…
© copyright, ανδρέας λισσόβας
Δευτέρα 20 Μαΐου 2013
Κόκκινο τριαντάφυλλο
Στις λέξεις
και στα λόγια
δεν αρέσουν οι βιασύνες,
ούτε κι η πολύ τριβή
μεταξύ τους.
Πολύ με κουράζουν
οι άνθρωποι
που το αγνοούν αυτό,
και συνεχίζουν να τις ευτελίζουν.
Λένε, άλλωστε,
πως τα κόκκινα τριαντάφυλλα
και τα λόγια
ήρθαν
απ’ τον παράδεισο
όπως ακριβώς πλάστηκαν.
Τα μόνα που παρέμειναν
ίδια,
μετά τον ξεπεσμό.
Λένε ακόμη,
πως οι γυναίκες
το γνωρίζουν καλύτερα
αυτό,
απ’ τον καθένα.
Για αυτό το λόγο,
άλλωστε,
της γυναίκας
η καρδιά,
δεν ζητά
τίποτε περισσότερο
και τίποτε λιγότερο,
από μια μονάχα λέξη
κι από ένα κόκκινο
τριαντάφυλλο,
για να κατακτηθεί…
© copyright, ανδρέας λισσόβας
Τρίτη 19 Μαρτίου 2013
Το πρώτο γράμμα
Κάθε φορά που θα πιάσω να γράψω
κάτι, το πρώτο γράμμα που θα ζωγραφίσω πολύ το φοβάμαι. Το φοβάμαι μη μου βγει
άσχημο και δεν ταιριάζει με όλα τα υπόλοιπα γράμματα, που θα ‘ναι ωραία, το ξέρω
ότι θα είναι ωραία, γιατί η πένα θα ‘χει ζεσταθεί, θα ‘χει πάρει φόρα και μόνη της
θα ζωγραφίζει, το υπόλοιπο κείμενο ή ποίημα.
Το πρώτο γράμμα όμως, παράταιρο
μου μοιάζει πολλές φορές, γιατί σαν επαναστάτης πρέπει να πέσει μέσα στο χαρτί.
Σαν επαναστάτης να χαράξει μια πορεία για ν’ ακολουθήσουν οι υπόλοιποι, μια ακόμη
νέα πορεία. Κι αυτός ο επαναστάτης, δεν ξέρω πως θα μου βγει… αν είναι έμορφος
και δυνατός ή άσχημος κι αδύναμος. Αν είναι ήρωας ή αν είναι δειλός. Αν είναι ο
ένας ή ο κανένας.
Μπα, σε καλό μου τελικά, τόση
ανησυχία για ένα γράμμα! Για το πρώτο γράμμα, λέω, σαν πολύ σημασία να του
έδωσα και αξία, και δεν πρέπει…
Γιατί σαν βλέπω τους γείτονες
και φίλους που ‘χει, τυχερό είναι! Όλα μαζί εξαίρετη δουλειά κάμουν! Άχρηστα
δεν είναι, χρήσιμα όλα και κάπου στο κάτω – κάτω καταλήγουν…
Πότε θα γίνουμε κι εμείς οι
άνθρωποι έτσι, όλοι μαζί, σαν τα γράμματα, απορία το ‘χω…
© copyright, ανδρέας λισσόβας
Αυτός που πάει τη ζωή
λιγάκι παραπέρα
Ειν’ ο πιο μοναχός στη γη
όταν τελειώνει η μέρα
Λένε πως μες στους ουρανούς
οι άγγελοι πετάνε
Μα εγώ τους βλέπω ζωντανούς
στη γη να περπατάνε
Αυτός που παίρνει μια σταλιά
και πέλαγο την κάνει
Θα δει ποτάμια δάκρυα
που ανθρώπου νους δε φτάνει
λιγάκι παραπέρα
Ειν’ ο πιο μοναχός στη γη
όταν τελειώνει η μέρα
Λένε πως μες στους ουρανούς
οι άγγελοι πετάνε
Μα εγώ τους βλέπω ζωντανούς
στη γη να περπατάνε
Αυτός που παίρνει μια σταλιά
και πέλαγο την κάνει
Θα δει ποτάμια δάκρυα
που ανθρώπου νους δε φτάνει
Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2012
Κι η αυλαία πέφτει και τούτη τη χρονιά...
Και το 2012 έρχεται σιγά – σιγά προς το τέλος του…
Να το αποχαιρετήσουμε κι αυτό,
γιατί δύσκολο ήταν τελικά.
Μια χρονιά που έχασα, προσωπικά, πολλά,
χάθηκα,
και ακόμη αναζητούμαι…
Έτσι πως ήρθαν τα πράγματα
κι εγώ
αυτές τις επιλογές έκανα.
Χάθηκα κι από εδώ μέσα
και ο αποχαιρετισμός παράταιρος μοιάζει να τον πω
σε εσάς,
διότι θα μου πείτε
καλά – καλά δεν σε «είδαμε»
τώρα θα μας φύγεις κιόλας;
…
Αλλά έτσι είναι η ζωή,
πως αλλάζουν τα πράματα απ’ τη μια στιγμή
στην άλλη,
και πως αλλάζουμε κι εμείς
κι οι συνήθειες μας.
Ανεξήγητο.
Κι όμως έτσι γίνεται.
…
Πολύ αισιόδοξα όλα αυτά για Χριστούγεννα ε;!
…
Τέλος πάντων,
τα αφήνω όλα πίσω,
κι εύχομαι και εσείς
να κάμετε το ίδιο με αυτά που σας πληγώνουν!
…
Να έχετε όλοι σας όμορφες και καλές γιορτές,
πανέμορφα Χριστούγεννα,
κι επίσης μια γλυκιά Πρωτοχρονιά
γεμάτη ελπίδες και χαρά!
…
Όσο για εμένα,
πιστεύω και θαρρώ
πως θα επιστρέψω κάποτε
σαν κι αυτός που ήμουν…
© copyright, ανδρέας λισσόβας
Υ.Γ. η εικόνα, όχι Χριστουγεννιάτικη σίγουρα, νομίζω αντικατοπτρίζει όλη την αίσθηση (και την συναίσθηση;) που έχουμε όλοι μας, για αυτά που ζούμε και ζήσαμε (θαρρώ, λέω, στον εαυτό μου) το 2012...
Πάντα θα φεύγω - Ενδελέχεια
Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2012
Σαν παράσταση - Τρίφωνο
Στίχοι: Λίνα Νικολακοπούλου
Μουσική: Παραδοσιακό
Ερμηνεία: Τρίφωνο
Απ΄ τη γέννα σου θες και δεν θες
Όλα δίδυμα, λύπες, χαρές.
Πίκρα, ζάχαρη, τα `χει ο Θεός
Θα `σουν άχαρη ζήση μου αλλιώς.
Σαν παράσταση να το φανταστείς
πότε εσύ, πότε εγώ πρωταγωνιστής.
Σαν παράσταση του παραμυθά
και καλό και κακό θέλουν Γολγοθά.
Όλα δίδυμα τα `χει η ζωή
γέλια, δάκρυα, βράδυ, πρωί.
Όλα δίδυμα, κόσμε ντουνιά
κέρδη, χάσιμο, μια πετονιά.
Σαν παράσταση να το φανταστείς
πότε εσύ, πότε εγώ πρωταγωνιστής.
Σαν παράσταση του παραμυθά
και καλό και κακό θέλουν Γολγοθά.
Πέμπτη 24 Μαΐου 2012
Τον στερνό χορό
Ποιου ονείρου ποιου χαμένου είσαι η μορφή
που έρχεται στη θύμηση μου μαζί με τη βροχή;
Ποιανού Θεού ξέφυγες π’ άπλωσε να σε πιάσει
την αγγελική σου ομορφιά ποτέ του να μην χάσει;
Πόσα ταξίδια έκαμαν άνεμοι στο κορμί σου
ζητώντας τ’ άπιαστο γλυκό φιλί σου;
Στις θάλασσες των ματιών σου πως μπορώ
βαρκάδες να μην κάνω στ’ αλμυρό τους το νερό;
Ήρθαν χρόνια, πάνε χρόνια κι έμεινα εδώ
το φτερό απ’ το πέταγμα σου μια ζωή ν’ αναζητώ.
Πάει η άμμος, πάει ο χρόνος. μα ‘γω είμαι ‘δω
τον χορό που αγαπάς να μάθω, κυνηγώ.
Σβήνει κάθε που με βλέπει τ’ αγέρι να πετώ
στην εδική σου την αγκάλη μήπως και βρεθώ.
Κι όσο πέφτει η νύχτα και μιλούν τ’ αστέρια
πονούν που δεν σ’ έχουν τα δικά μου χέρια.
Βγήκε ο ήλιος, βγήκε μαζί του κι η μέρα
δείχνουν όλα σήμερα θα κάνουν πέρα.
Μα ο χρόνος όλο πίσω μπρος, δεν πιάνεται
και κάθε θυσία ονείρου στη μνήμη χάνεται.
Ήρθαν χρόνια, φύγαν χρόνια κι ότι κι αν ζητάς
το φτερό στον άνεμο κι εσύ θα ν’ αναζητάς.
Πάει η άμμος, πάει ο χρόνος κι ακόμη σου χρωστώ
της ζωής τον απάνεμο στερνό χορό.
© copyright, ανδρέας λισσόβας
Άδεια μου αγκαλιά - Διονύσης Σαββόπουλος
Δευτέρα 21 Μαΐου 2012
Νησί μου
Η καρδιά μου να ξέρεις
μόνο εσένα
ζητάει.
και στα μάτια σου θέλει
δάκρυ να μην
κυλάει…
Ταξίδια, όνειρα, ελπίδες
και φώτα.
οι βαλίτσες να είναι
στη δική μας
τη ρότα…
Το κύμα δίπλα
σε ‘μένα να
σκάει.
κι η ψυχή σου, ψυχή μου,
πάντοτε να γελάει!
Νιώσε τώρα, όπως ένιωσες
πρώτα.
κι άκου, χτυπάει
της Αγάπης η πόρτα!
© copyright, ανδρέας λισσόβας
Πλάι πλάι - Μιχάλης Χατζηγιάννης
Παρασκευή 18 Μαΐου 2012
Αυτό που σε φέρνει…
Είναι αυτό που σ’ απογειώνει
σε πιάνει και σ’ αποτελειώνει
σε ρίχνει μες στα νερά
σου λέει κράτα γερά.
Σου λέει κράτα ότι μένει
μα μην μένεις δεμένη.
…
Είναι αυτό που σε τινάζει
κι αυτό που σε ορίζει
είναι αυτό που σε πηγαίνει
κι όλο κοντά σε φέρνει.
Αυτό που σε ταξιδεύει
και τη ζωή σου μαγεύει…
…
Είναι αυτό που σε τρελαίνει
μα ποτέ δεν πεθαίνει…
Είναι ταξίδια χαμένα
σε δυο όνειρα ξένα…
Είναι αυτό που σε παίρνει,
σε μένα κοντά να σε φέρνει…
©
copyright, ανδρέας λισσόβας
Τι να 'ναι αυτό - Υπόγεια Ρεύματα
Τι να 'ναι αυτό που μας ενώνει,
κάτι μας φτιάχνει ή μας πληγώνει
κάτι μας ρίχνει ή μας σηκώνει,
τι να 'ναι αυτό που μας ενώνει.
Κάτι θα υπάρχει που μας ενώνει
κάτι που αρχίζει και τελειώνει
κάτι που λάμπει και μας θαμπώνει
κάτι θα υπάρχει να μας ενώνει.
Με σένα εδώ κάτι με ενώνει,
κάτι που αντέχει και δεν τελειώνει
που όλο σωπαίνει μα περιμένει
σε σένα εδώ κάτι με φέρνει.
Τρίτη 1 Μαΐου 2012
Πρωτομαγιά αύριο… (30/4/12)
Άπλωσε το χέρι,
άνοιξε την παλάμη σου
πιάσε έναν
ανθό,
να, αυτό που πήρα
από ένα δέντρο
έξω απ’ το πάρκο…
Μύρισε το…,
είδες τι όμορφα
που μυρίζει…;
Αχ, Ελλάδα δεν μυρίζει…;
Καιρό δεν είχες να μυρίσεις
Ελλάδα;
…
Να βάλε στο ράδιο
ένα τραγούδι που άκουσα
να παίζει έξω…
Ένα παλιό γνωστό είναι…
το θυμάσαι…;
Ναι, ξέρω το θυμάσαι
απ’ την στιγμή που γεννήθηκες!
Τ’ ακούγαμε πολύ ε…;
Λες κι ήμασταν εκεί,
κι εμείς…
Ξέρεις τι μου είπε
ένα παιδάκι
που έπαιζε
στο πάρκο…;
«Τώρα, εδώ, είναι
τα ωραία
χρόνια…»
Ναι, τώρα είναι…
…
Το ξέχασες το πάρκο;
γιατί;
Αύριο να ‘ρθεις!
Είναι και πρωτομαγιά!
Πριν είδα έκαναν ετοιμασίες
για την πρώτη αύριο!
Τα παιδάκια,
δεν έχουν αύριο σχολείο,
ανέμελα παίζουν έξω…
Ο κόσμος φόρεσε
τα ανοιξιάτικα
και χαίρεται
τον καιρό!
Κάτι τσιγγάνες
έφτιαχναν
τα μπουκέτα
για αύριο!
Μα πως ξέχασες το πάρκο;
Ξεχνάς να παίρνεις
ανάσα;
Ελλάδα…
…
Πάρε κι έναν καφέ
στο χέρι αύριο…
ξέρεις,
έναν ελληνικό,
αυτόν της μαμάς
που
σ’ αρέσει…
Ναι, ναι δεν είναι ίδιος,
μα η μυρωδιά
βαγόνι
είναι…
να πάμε και
λίγο
στο
πατρικό αύριο…
Πρωτομαγιά είναι,
θα χαρεί κι η
γιαγιά…
Κι ο παππούς θα ψάχνει
τις τσέπες
να δώσει ότι βρει…
«Όχι, παππού,
τίποτε δεν θέλουμε…
Να σε δούμε
ήρθαμε!»
Η μάνα να ετοιμάσει
το τραπέζι,
και τι δεν θα βρει
να βάλει απάνω…!
Θα πάει να μαζέψει λουλούδια
ο πατέρας,
να τα βάλουμε στο τραπέζι.
κι έξω στην πόρτα…
Είναι πρωτομαγιά αύριο!
Να χαρούν λίγο κι αυτοί!
…
Ελλάδα αύριο είναι,
Ελλάδα,
ας βγούμε μια βόλτα στο πάρκο…
Ωραία θα μυρίζει,
ωραία θα ‘ναι…
Τι κάθεσαι και το σκέφτεσαι;
Τόσα χρόνια τι έκανες;
Είδες καμιά προκοπή,
όπως θα ‘λεγε
κι ο παππούς…;
Δεν έχουμε λεφτά λες…
Που να πάμε
λες…
Κάτι πρωτομαγιές είχαμε,
και τίποτε
δεν είχαμε
όμως…
Να, θα πάμε στο πάρκο,
θα κόψουμε ένα τριαντάφυλλο,
έτσι να
μυρίσει…
Θα πάρουμε απ’ το σπίτι
καμιά τομάτα,
λίγο τυρί…
Ψωμί, ψωμί μη
ξεχάσεις
να φέρεις…
Δεν θα ‘ναι το ίδιο…;
Όχι, θα ‘ναι το ίδιο…
Στο λέω εγώ,
το ξέρω…
Θα το κάνουμε εμείς
να είναι το
ίδιο…
…
Πρωτομαγιά αύριο…
Ντυνόμαστε Ελλάδα αύριο,
ναι, ναι
αυτήν που έχουμε
μέσα – μέσα
στην ντουλάπα…
Να την βγάλουμε…
Καιρός δεν
είναι;
© copyright, ανδρέας λισσόβας
Ένα το χελιδόνι - Γρηγόρης Μπιθικώτσης & Χορωδία
Ένα το χελιδόνι κι η άνοιξη ακριβή
για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή
Θέλει νεκροί χιλιάδες να 'ναι στους τροχούς
Θέλει κι οι ζωντανοί να δίνουν το αίμα τους.
Θε μου Πρωτομάστορα μ' έχτισες μέσα στα βουνά
Θε μου Πρωτομάστορα μ' έκλεισες μες στη θάλασσα!
Πάρθηκεν από μάγους το σώμα του Μαγιού
Το 'χουνε θάψει σ' ένα μνήμα του πέλαγου
σ' ένα βαθύ πηγάδι το 'χουνε κλειστό
μύρισε το σκοτάδι κι όλη η άβυσσος.
Θε μου Πρωτομάστορα μέσα στις πασχαλιές και Συ
Θε μου Πρωτομάστορα μύρισες την Ανάσταση!
Οδυσσέας Ελύτης
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
Χαραγματιές
Αγάπη
Αναμνήσεις
Άνθρωπος
Απ' την εκκλησιά στο σπίτι (πεζογράφημα)
Από τον ένα μαχαλά στον άλλο… (πεζογράφημα)
Ελπίδες
Επιστροφή και ευλογία στον Άγιο Ανδρέα (πεζογράφημα)
Έρωτας
Η γοργόνα (διήγημα)
Κατανόηση
Κραυγές
Κρυφά συναισθήματα
Ο ανθός της μανταρινιάς (πεζογράφημα)
Ο χαμένος φίλος (διήγημα)
Παντελής Παντελίδης - Ένας πραγματικός μάγκας
Πίστη
Πληγές
Πόνος
Σκέψεις
Συμβολική ποίηση
Τεστ-Προσκλήσεις
Το αστέρι (πεζογράφημα)
Το μοιρολόι της φώκιας σήμερα (διήγημα)
Che Guevara















