Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2012

Κι η αυλαία πέφτει και τούτη τη χρονιά...



Και το 2012 έρχεται σιγά – σιγά προς το τέλος του…
Να το αποχαιρετήσουμε κι αυτό,
γιατί δύσκολο ήταν τελικά.
Μια χρονιά που έχασα, προσωπικά, πολλά,
χάθηκα,
και ακόμη αναζητούμαι…
Έτσι πως ήρθαν τα πράγματα
κι εγώ
αυτές τις επιλογές έκανα.
Χάθηκα κι από εδώ μέσα
και ο αποχαιρετισμός παράταιρος μοιάζει να τον πω
σε εσάς,
διότι θα μου πείτε
καλά – καλά δεν σε «είδαμε»
τώρα θα μας φύγεις κιόλας;
Αλλά έτσι είναι η ζωή,
πως αλλάζουν τα πράματα απ’ τη μια στιγμή
στην άλλη,
και πως αλλάζουμε κι εμείς
κι οι συνήθειες μας.
Ανεξήγητο.
Κι όμως έτσι γίνεται.
Πολύ αισιόδοξα όλα αυτά για Χριστούγεννα ε;!
Τέλος πάντων,
τα αφήνω όλα πίσω,
κι εύχομαι και εσείς
να κάμετε το ίδιο με αυτά που σας πληγώνουν!
Να έχετε όλοι σας όμορφες και καλές γιορτές,
πανέμορφα Χριστούγεννα,
κι επίσης μια γλυκιά Πρωτοχρονιά
γεμάτη ελπίδες και χαρά!
Όσο για εμένα,
πιστεύω και θαρρώ
πως θα επιστρέψω κάποτε
σαν κι αυτός που ήμουν…

© copyright, ανδρέας λισσόβας

Υ.Γ. η εικόνα, όχι Χριστουγεννιάτικη σίγουρα, νομίζω αντικατοπτρίζει όλη την αίσθηση (και την συναίσθηση;) που έχουμε όλοι μας, για αυτά που ζούμε και ζήσαμε (θαρρώ, λέω, στον εαυτό μου) το 2012...


Πάντα θα φεύγω - Ενδελέχεια

Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2012

Σαν παράσταση - Τρίφωνο



Στίχοι: Λίνα Νικολακοπούλου
Μουσική: Παραδοσιακό
Ερμηνεία: Τρίφωνο

Απ΄ τη γέννα σου θες και δεν θες
Όλα δίδυμα, λύπες, χαρές.
Πίκρα, ζάχαρη, τα `χει ο Θεός
Θα `σουν άχαρη ζήση μου αλλιώς.

Σαν παράσταση να το φανταστείς
πότε εσύ, πότε εγώ πρωταγωνιστής.
Σαν παράσταση του παραμυθά
και καλό και κακό θέλουν Γολγοθά.

Όλα δίδυμα τα `χει η ζωή
γέλια, δάκρυα, βράδυ, πρωί.
Όλα δίδυμα, κόσμε ντουνιά
κέρδη, χάσιμο, μια πετονιά.

Σαν παράσταση να το φανταστείς
πότε εσύ, πότε εγώ πρωταγωνιστής.
Σαν παράσταση του παραμυθά
και καλό και κακό θέλουν Γολγοθά.

Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2012

Το μαύρο μαντήλι



Το μαύρο σου εφόρεσες μαντήλι
και τα φουστάνια τα βαριά.
Στο εικονοστάσι σβήνει το καντήλι
κι ανάφτει τ’ άστρο του βοριά.
Οι κολασμένοι πίσω σου σα φίλοι
ακολουθούν το δρόμο του φονιά.

Στο Δίστομο κρατούσες το μαχαίρι
σαν δίκασες, αφέντης, τη ζωή.
Το τόξο κι η φαρέτρα στ’ άλλο χέρι
δεν σιώπησαν για μια στιγμή.
Κόκκινο βάφτηκε της λήθης το αστέρι
μ’ αίμα απ’ την κάθε μου πληγή.

Χρόνους σεργιάνιζες σε μέρη ξένα
απ’ τ’ άγιο το ποτήρι μου να πιεις.
Τα χείλη λιώσαν τα κερένια
μ’ ένα φιλί στο στόμα της ζωής.
Σε θάλασσα χρυσή και αργυρένια
διάλεξες νιο κορίτσι να πνιγείς.

Πως γίνηκε και σ’ ένα βράδυ
βγήκαν σεργιάνι οι νεκροί.
Ορδές, στρατός από τον Άδη
μαζί με τ’ άγριο σκυλί
στης μέρας τ’ άπειρο σκοτάδι
π’ απλώθηκε πάνω στη γη.

Γι’ αλλού, γι’ αλλού όμως κινούσες
ν’ αλλάξεις ως φαίνεται εποχή
κι απ’ το ταξίδι μου ακόμη καρτερούσες
που ‘φυγα για την Καισαριανή.
Μα μες στην Κοκκινιά αναζητούσες
τις γειτονιές του μαύρου δικαστή.

Σκουριάσαν τα καρφιά πάνω στα δέντρα
και ξανά φώλιασε σε δέντρο το πουλί.
Χορτάρι φύτρωσε γύρω απ’ την πέτρα
σημάδι αφήνοντας η τελευταία η πνοή.
Των κολασμένων έσπασε η φαρέτρα
που τράβηξε στον Άδη το παιδί.

Σε μνήμα δεν θέλησες να κλάψεις
μιας και το πήρε ο χαμός
κι όσο απόψε κι αν το ψάξεις
κάτω απ’ του φεγγαριού το φως,
πάνω στο σταυρό σου θα πετάξεις
το αίμα που έσταξε ο Χριστός.


© copyright, ανδρέας λισσόβας

Μαλαματένια λόγια - Λάκης Χαλκίας, Χαράλαμπος Γαργανουράκης & Τάνια Τσανακλίδου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...