Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2011

Η ελπίδα


          Νοσταλγός της εφήμερης ετούτης ζωής,
κάθομαι
και παρατηρώ
τα χρόνια
που έρχονται
και φεύγουν
                   σαν χελιδόνια…

Νοσταλγός και σκεπτικιστής…
          φλεγόμενος με αέρα,
αναίσθητος αισθήσεων,
          όχι όμως και
                   συναισθημάτων…

Πως θα ‘σουν σε μια άλλη ζωή,
δική σου,
ελεύθερη…
Πως…
Ακολουθείς έναν δρόμο άγνωστο, μα τόσο γνωστό
          για να φτάσεις τελικά
εκεί που δεν θες…

Τι κι αν σου φωνάζω,
τι κι αν σου χτυπώ την πόρτα να ανοίξεις…
ανοιχτά τα φώτα,
κλειστά τα μάτια,
          νομίζοντας πως ζεις…
μα δεν ακούς…
δεν ακούς…

Μακάρι όλα να ήταν κήπος,
με χαμόγελα,
με ελπίδα…
Μακάρι να ξύπναγες
          για να ήσουν ελεύθερη,
να πετάξεις
          σαν πουλί
και να φτάσεις
          σε βουνά
                   σε όρη
                             σε κορυφές
                                      που
δεν έχουν πατήσει
                             δέσμιοι
                                      και δέσμιοι…

Μα δεν μπορεί όμως,
          κάποια στιγμή
                   θα ξυπνήσεις…
και επιτέλους θα πετάξουμε
                                                μαζί…



© copyright, ανδρέας λισσόβας

Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2011

Τα λόγια του φεγγαριού (…για τη σφαίρα της Εύας)






στις χειμωνιάτικες σιωπές

 κρύβεται το κλάμα

 που κρύβει τη φωτιά...

 θυμήσου όταν κλαις

 πόσο κάηκες

 πριν τυλιχτείς στο σκοτάδι που φοράς

 τις νύχτες...

 Συνάντησε τον καπνό

 πριν να είναι αργά

 αφαίρεσε το χιόνι

 Κάθε ήχος κι απόηχος να μην πνιγεί

 κάθε ρυάκι να κυλήσει γιασεμί

 αντίο πριν να πεις στην πεταλούδα

 ο γυρισμός δικός σου

 Άσε μου ένα κερί αναμμένο

 να με χορεύει με τη κατακόκκινη φλόγα του

 Άσε με...




Εύα Φρουδάκη



Η περιπλάνηση στο σκοτεινό δωμάτιο,
στο κρύο σπίτι,
μέσα στο χειμώνα,
κρύβει τις μεγαλύτερες διαδρομές...
...
Τα δάκρυα της φωτιάς πόσο να σε ζεστάνουν...;
πως να σε φιλήσουν μες στην παγωνιά,
όταν εσύ κρύβεσαι...;
χάνεσαι...;
σαν τον καπνό...;
...
Άσε με μου λες και με διώχνεις...
Άσε με μου λες και κλαις...
Ένα κερί αναμμένο μοναχά ζητάς...
...
Πριν σ' αφήσω όμως θέλω κάτι να σου πω...
Δεν θα σου ζητήσω να βγεις απ' το σκοτεινό δωμάτιο...
δεν θα σου ζητήσω να με ακολουθήσεις,
ούτε καν να σκουπίσεις τα δάκρυα σου απ' το πρόσωπο σου...
κι ας ήθελα να σου τα ζητήσω όλα αυτά...
...
Σήκω, πήγαινε στο παράθυρο και κοίτα το φεγγάρι...
Το βλέπεις;
Ξέρεις τι μου είχε πει κάποτε...;
"Ίσως να μην ήταν τίποτα... ίσως να ήταν τα πάντα...
Ίσως να είναι η αρχή... ίσως να είναι το τέλος...
Ίσως να πόνεσες... ίσως...
Αλλά... περίμενε...
Πόσες και πόσες φορές φεύγω... και σας αφήνω στο σκοτάδι;
Πόσες και πόσες φορές με ξεχνάτε;
Άλλες φορές δεν έρχομαι... άλλες για λίγο...
Μα πάντα και για πάντα μια φορά θα είμαι εδώ...
Πάντα μια νύχτα θα είναι διαφορετική από τις άλλες... πιο ζεστή... πιο φωτεινή...
Ποιος ξέρει... ίσως να μου γράφεις ποιήματα...
Πρέπει όμως να φύγω... μη φοβάσαι όμως, θα ξανάρθω...
είναι και άλλοι που με φωνάζουν...
Ναι, ξέρεις μπορεί να μην μιλώ σε όλους...
ή μάλλον δεν μιλώ σε κανέναν...
Μόνο κάθομαι και τους ακούω...
και αυτοί μου μιλούν...
Εγώ, το μόνο που τους νεύω... : περίμενε...
απλώς, περίμενε...
και αύριο θα ξημερώσει...!"


© copyright, ανδρέας λισσόβας

Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2011

Μια φωτιά παρμένη απ’ τον Λύχνο… (για ‘σένα Βίκυ Δερμάνη…)






Ακούω τους εραστές κάτω από το δέρμα μου

τις λαχανιασμένες της ηδονής φωνές τους

ακούω το βουητό από το σπέρμα

τη φωνή των αγέννητων παιδιών τους

ακούω το δάκρυ της ανθισμένης μου μήτρας

ω σώμα μου σώμα σώμα

πόσες φορές σε τρυγήσανε!

σε πόσους μοίρασες το άχραντο κρασί σου!




Βίκυ Δερμάνη


Μα το σώμα είναι Πόρτα της Ψυχής σ' αυτόν τον κόσμο...
Σπίτι μας, δικό μας, γνώριμο...
...
Ένας μονάχα στον κόσμο θα το μάθει όπως το ξέρεις εσύ, αν είσαι άτυχος ή τυχερός... ποιος ξέρει...
...
Είναι η ψυχή που πορνεύει... η Ψυχή... με γνώση ή χωρίς...
για την ηδονή όμως... και για τίποτε άλλο... ηδονή...
ευχαρίστηση... διασκέδαση... σκόρπισμα...
Πως μπορείς να λες (όχι εσύ Βίκυ μου) πως φροντίζεις το σώμα σου, όταν η Ψυχή σου είναι βρώμικη...
μα αν είναι από άγνοια, ποιος τάχα γεννήθηκε Θεός;
...
Υπάρχει κάπου πολύ βαθιά στο χρόνο κρυμμένη μια διαχωριστική γραμμή... αυτή που αλλάζει τα πράγματα, τις σκέψεις, τις Ιδέες...
Αυτή που κάνει την εγκατάλειψη Προστασία,
Αυτή που κάνει την αυτοκτονία Θυσία,
...Αυτή που κάνει την πόρνη ΓΥΝΑΙΚΑ!
...
Λες και δεν υπάρχουν πόρνοι... που πιστεύουν πως αφεντεύουν τις ζωές σαν Κύριοι...
...
"ακούω το δάκρυ της ανθισμένης μου μήτρας"
μου έμεινε...
αυτό το δάκρυ...
τα δάκρυα, μήπως αναρωτιέμαι;
για αυτά που δέχτηκε ανθισμένη, γεμάτη αγάπη, για να γνωρίσει τελικά την εγκατάλειψη...
να ακούει μονάχα τις φωνές των αγέννητων παιδιών...
...
Ηθική υπάρχει, ω ναι, υπάρχει...
Και υπάρχει Κάποιος που μας την έδωσε!
Μα έχει και μια γραμμή (λέω ξανά..) που είναι Θεϊκή και διαχωρίζει...
πες την και Κατανόηση...
Αν θυμηθείς τι είναι...



© copyright, ανδρέας λισσόβας

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2011

Μετά...



          Σαν περασμένη σκιά,
ανάμνηση στιγμών,
πνιγμένη μελλοντικά…

          Γλυκό δηλητήριο,
νέκταρ μεθυστικό… έτσι είναι…

Φλεγόμενος μετά αναρωτιέσαι
πως τώρα ξύπνησες,
πως τώρα είδες,
τώρα κατάλαβες…
Ίσως γιατί το δηλητήριο έδρασε
                                      και πέρασε…
Ίσως γιατί ξεμέθυσες…
Μα νιώθεις πως δεν ακουμπάς,
εδώ,
μα ο Ουρανός έρχεται και σ’ αγκαλιάζει
και σε ταξιδεύει…
Σε τυλίγει και σε φασκιώνει
με σύννεφα,
          σαν μωρό…
Δεν φοβάσαι όμως,
δεν φοβάσαι…
ξέρεις πως δεν πρόκειται να
σ’ αφήσει…
Ποια μάνα άλλωστε θα άφηνε το παιδί της;



© copyright, ανδρέας λισσόβας

Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2011

Η κατάληξη




Μετράω τις πληγές μου,
τα σημάδια μου,
ετούτη τη νύχτα
     (σαν πολλές μαζεύτηκαν…)
Θυμάμαι πάνω τους,
τα φιλιά,
που με χτύπησαν
Τα χαμόγελα,
τις αγκαλιές,
τα χάδια
Γυρνώ και ψάχνω,
όπου μπορώ,
να αισθανθώ
ότι ένιωσα
(έζησα…;)
το ήθελα
Όπου να 'ναι θα χαράξει
όπως χάραξα και 'γω
τα όνειρα σου
Κι όσο κι αν πονώ,
μένω εδώ,
ενώ έξω με περιμένουν,
τα κομμάτια
Μένεις και 'συ εδώ,
πλέον,
μόνο εδώ
Τα δάχτυλα μου, ματωμένα,
και γδαρμένα,
στις άκρες
Κι όπου ακουμπώ,
ματώνω,
ματώνω
Άδειο και κρύο κρεβάτι,
κενό,
που λόγος να ξαπλώσεις
     (γιατί να ξαπλώσεις…;)
Μείνε θεατής,
στη μνήμη,
και στη μακρινή
και στη κοντινή
Μείνε θεατής,
στη ζωή,
στη ζωή σου,
κι ας μην την αναγνωρίζεις
Σ' αυτό το σπίτι,
καμιά κορνίζα,
δεν έχω βάλει
κι ούτε θέλω
     (πόσο καιρό έχω να βγω φωτογραφία…;)
και μπορούσα
μα δεν ήθελα
Περιπλανιέμαι,
βουβός,
απελπισμένος
ναι, απελπισμένος
Και τι μπορώ να κάνω…;
Πίνω τρεις γουλιές ζεστό χαμομήλι…,
γράφω το τέλος αυτού του ποιήματος,
σε λίγο θα ξαπλώσω
σε λίγο θα κοιμηθώ
Θα ξεχαστώ
θα παρασυρθώ
                            και πάλι εδώ,
                                        θα καταλήξω

© copyright, ανδρέας λισσόβας

Μάρμαρα


Σιγανές φωνές,
μα όχι ψίθυροι
ανατολή της νύχτας
δύση της μέρας


Γέλια δίχως ήλιο,
χαμόγελο χωρίς γραμμές
Πίσω πλέον εσύ,
μπροστά το πουθενά


Και 'συ, και 'συ, και 'συ,
θυμάσαι;
Μάρμαρα χαραγμένα,
θυμίζουν λίγο, αγάλματα


Μορφές μισοσβησμένες
με δόση ζωής
μετρημένης στα σταθμά
της ανάλογης μέρας


Εις το επανιδείν;
Μπα
Εις το καλό
Αρκούν, άλλωστε, τα μάρμαρα


© copyright, ανδρέας λισσόβας

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...