Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2012

Ο μολυβένιος στρατιώτης και ο ξύλινος ιππότης



Ήταν κάποτε, είκοσι πέντε μολυβένια στρατιωτάκια, όλα αδελφάκια, φτιάχτηκαν όλα απ’ το ίδιο παλιό μολυβένιο κουτάλι. Είχαν όπλα επ’ ώμου, το σώμα στητό, μπλε και κόκκινη φορούσαν στολή.  Η πρώτη φωνή που άκουσαν, ήταν: «Μολυβένιοι Στρατιώτες!», η χαρούμενη κραυγή ενός παιδιού, όταν άνοιξε το καπάκι του κουτιού που ήταν βαλμένοι.  Ήταν δώρο για τα γενέθλια του και τους έβαλε όλους στο τραπέζι έναν-έναν.

Τα στρατιωτάκια ήταν τα ίδια ακριβώς, εκτός από ένα, που έμεινε στο καλούπι τελευταίο, και δεν περίσσεψε μολύβι αρκετό να φτιάξουν το πόδι του. Κι έτσι τον άφησαν να στέκεται στο ένα πόδι και ήταν γι’ αυτό ξεχωριστός.

Το τραπέζι που έστησε το παιδί τους μολυβένιους στρατιώτες, ήταν γεμάτο παιχνίδια, μα το πιο όμορφο, ένα μικρό χάρτινο κάστρο. Ήταν υπέροχο. Μέσα απ’ τα μικρά παράθυρα του κάστρου, έβλεπες μέσα τα δωμάτια του. Μπροστά από το κάστρο μια σειρά μικρά δέντρα, γύρω από ένα κομμάτι καθρέπτη – έμοιαζε με διάφανη λίμνη. Κύκνοι φτιαγμένοι από κερί, κολυμπούσαν στον καθρέπτη της λίμνης. Όλα αυτά ήταν πολύ όμορφα, μα το πιο όμορφο ήταν μια δεσποινίδα, που στεκόταν στην ανοιχτή πόρτα του κάστρου.


Ήταν φτιαγμένη από χαρτί, φορούσε ένα φόρεμα αληθινή μουσελίνα, μια λεπτή μπλε κορδέλα στους ώμους της, σαν σάλι, κι από πάνω ένα γυαλιστερό ρόδο, μεγάλο, σαν το πρόσωπο της. Η δεσποινίς ήταν χορεύτρια, είχε στις μύτες το ένα της πόδι και το άλλο τόσο ψηλά, που ο μολυβένιος στρατιώτης δεν μπορούσε να το δει καθόλου, και νόμιζε, πως κι εκείνη, επίσης, είχε ένα πόδι.

«Αυτή είναι γυναίκα για μένα», σκέφτηκε, «αλλά έχει τόση μεγαλοπρέπεια• ζει και σε κάστρο, εγώ έχω μόνο ένα κουτί να κοιμάμαι, εικοσιπέντε αδέλφια ζούμε μαζί στο κουτί, δεν υπάρχει χώρος για εκείνην. Όμως, πρέπει να την γνωρίσω». Έτσι κρύφτηκε στο τραπέζι, πίσω από μια ταμπακιέρα, να κρυφοβλέπει την όμορφη χορεύτρια, που ακόμα στεκόταν στο ένα της πόδι, χωρίς να χάνει καθόλου την ισορροπία της.

Όταν ήρθε το βράδυ, οι υπόλοιποι μολυβένιοι στρατιώτες μπήκαν στο κουτί και οι άνθρωποι του σπιτιού πήγαν για ύπνο. Αμέσως τα παιχνίδια άρχισαν να παίζουν, να κάνουν επισκέψεις, να ανταλλάσουν δώρα, να υποκρίνονται πως μαλώνουν. Οι μολυβένιοι στρατιώτες κροτάλιζαν μέσα στο κουτί τους• ήθελαν να βγουν και να διασκεδάσουν κι εκείνοι, αλλά δεν μπορούσαν ν’ ανοίξουν το κουτί. 

Οι καρυοθραύστες έπαιζαν κουτσό και το μολύβι χοροπηδούσε στο τραπέζι. Είχε τόση φασαρία που το καναρίνι ξύπνησε κι άρχισε ν’ απαγγέλει ποιήματα. Μόνο ο μολυβένιος στρατιώτης και η χορεύτρια έμειναν ακίνητοι. Εκείνη στεκόταν στις μύτες, με τα πόδια τεντωμένα, όπως κι εκείνος στο ένα του πόδι. Καθόλου δεν πήρε τα μάτια του από πάνω της, ούτε για μια στιγμή.



Το ρολόι χτύπησε 12, κι ο άνεμος απότομα άνοιξε την ταμπακιέρα. Όμως αντί για καπνό, πετάχτηκε έξω ένα μαύρο ξωτικό – με το ελατήριο του, ο Φασουλής.
«Μολυβένιε Στρατιώτη, μη ζητάς να πάρεις, ό,τι δε σου ανήκει», είπε το μαύρο ξωτικό.
Μα ο Μολυβένιος Στρατιώτης έκανε πως δεν άκουσε.
«Πολύ καλά, περίμενε μέχρι αύριο και θα δεις», είπε το ξωτικό.
Όταν τα παιδιά μπήκαν το άλλο πρωί, έβαλαν τον μολυβένιο στρατιώτη στο ανοιχτό παράθυρο.
Ήταν ο Φασουλής που το έκανε ή ο αέρας; Άγνωστο.
Μα το παράθυρο έκλεισε με δύναμη και ο μολυβένιος στρατιώτης έπεσε έξω, απ’ το τρίτο πάτωμα κάτω με το κεφάλι. Άσχημο πέσιμο. Το κράνος κι η ξιφολόγχη του σφηνώθηκαν στις πλάκες του πεζοδρομίου και το ένα του πόδι βρέθηκε στον αέρα.

Η υπηρέτρια και το παιδί κατέβηκαν αμέσως κάτω να τον βρουν, όμως πουθενά δεν τον έβλεπαν, αν και κάποια στιγμή, παραλίγο να τον πατήσουν. Αν είχε φωνάξει: «Εδώ είμαι», θα ήταν τώρα καλά, αλλά φορούσε τη στολή του κι ήταν πολύ περήφανος γι’ αυτό, να φωνάξει βοήθεια.

Τότε άρχισε να βρέχει, κι οι σταγόνες έπεφταν τόσο γρήγορα, ώσπου βράχηκαν όλα. Πέρασαν από εκεί δύο παιδιά, κι ένα απ’ αυτά είπε: «Κοίτα, ένας μολυβένιος στρατιώτης. Έπρεπε να ‘χει μια βάρκα να ταξιδεύει.»
Έτσι τα παιδιά φτιάξαν μια βάρκα από χαρτί, έβαλαν μέσα τον στρατιώτη και την βαρκούλα να πλέει σ’ ένα χαντάκι νερό. Τα παιδιά, πήγαν στο πλάι και χτυπούσαν παλαμάκια χαρούμενα. «Μπράβο! Τέλεια!» Τι κύματα σήκωνε το χαντάκι! Πόσο γρήγορα το ρεύμα κυλούσε! Η βροχή ήταν πολύ δυνατή.

Η χάρτινη βάρκα ανέβηκε, έπεσε, γύρισε γύρω μερικές φορές, τόσο γρήγορα, ο μολυβένιος στρατιώτης τρεμόπαιξε, όμως έμεινε ακλόνητος, δεν έχασε το θάρρος του, κράτησε το κεφάλι μπροστά και το όπλο στον ώμο του. Ξαφνικά, η βάρκα βρέθηκε κάτω από μια γέφυρα, που κατέληγε στον υπόνομο. Και σκοτάδι έγινε ξανά, όπως μες στο κουτί του μολυβένιου στρατιώτη.
Που πηγαίνω, τώρα; σκέφτηκε. «Το μαύρο ξωτικό φταίει, είμαι σίγουρος. Αχ, και να ‘ταν μαζί μου η χορεύτρια , δε θα μ’ ένοιαζε το σκοτάδι καθόλου»


Ξαφνικά, εμφανίστηκε ένας τεράστιος αρουραίος, που ζούσε μέσα στον υπόνομο.
 «Διαβατήριο έχετε;», ρώτησε ο αρουραίος, «Δώστε το μου αμέσως». Αλλά ο μολυβένιος στρατιώτης παρέμεινε σιωπηλός, κρατώντας το όπλο του, πιο σφιχτά από ποτέ. Η βάρκα γλίστρησε, ο αρουραίος την ακολούθησε. Πως τα δόντια του έτριζαν, σαν ξύλα και άχυρα: «Σταματήστε τον, σταματήστε τον, δεν πλήρωσε διόδια, δεν έδειξε διαβατήριο». Μα το ρεύμα γινόταν ολοένα πιο δυνατό, πιο δυνατό. Ο μολυβένιος στρατιώτης με δυσκολία έβλεπε την λάμψη του ήλιου. Μετά άκουσε ένα μουγκρητό απαίσιο τόσο – να φοβίσει και τον γενναιότερο άντρα. 

Στο τέλος του υπονόμου, το τούνελ κατέληγε σ’ ένα μεγάλο κανάλι κι από κει στον γκρεμό, και ήταν για εκείνον όπως για εμάς ένας καταρράκτης.
Να σταματήσει αδύνατον, η βάρκα γκρεμίστηκε κι ο καημένος στρατιώτης μπορούσε τον εαυτό του μόνο να κρατήσει, όσο πιο αλύγιστος μπορούσε, χωρίς να κουνήσει το φρύδι του καν, ή να δείξει πως φοβάται. Η βάρκα στριφογύρισε τρεις ή τέσσερις φορές και πλημμύρισε μέσα παντού με νερό• τίποτα πια δεν την έσωζε, απ’ το να βυθιστεί. Τώρα ο στρατιώτης στέκονταν στο νερό μέχρι το λαιμό, πιο βαθιά ολοένα βούλιαζε η βάρκα, μέχρι που το νερό κάλυψε το κεφάλι του. Έφερε στο νου του, την όμορφη χορεύτρια που δε θα ξανάβλεπε ποτέ και τα λόγια ενός τραγουδιού αντηχούσαν στ’ αυτιά του:
«Αντίο, μαχητή! Πάντα γενναίος,
νικητής μέχρι τέλους!»


Ύστερα το χαρτί έγινε κομματάκια, ο στρατιώτης βούλιαξε στο νερό και αμέσως μετά, ένα ψάρι τον κατάπιε μεγάλο. Τι σκοτάδι μέσα εκεί! Πιο σκοτάδι απ’ ότι στο τούνελ, πιο λίγο είχε χώρο εκεί, αλλά ο στρατιώτης συνέχισε ορθός να κρατάει το όπλο επ’ ώμου. Μα το ψάρι κολύμπησε πέρα δώθε, κάνοντας κινήσεις τόσο αρμονικές. Μετά από λίγο, μια λάμψη από φως τον διαπέρασε, η μέρα πλησίαζε, μια φωνή ακούστηκε: «Επιτέλους! Να ‘τος, ο μολυβένιος στρατιώτης». Το ψάρι είχε πιαστεί, πήγε στην αγορά και πουλήθηκε στη μαγείρισσα, που στην κουζίνα το έκοψε στα δύο μ’ ένα μεγάλο μαχαίρι.

Πήρε τον στρατιώτη στο ένα της χέρι και τον πήγε στο δωμάτιο. Ήταν όλοι ανήσυχοι να δουν τον φοβερό στρατιώτη που ταξίδεψε μέσα στο ψάρι, μα εκείνος δεν ήταν καθόλου περήφανος. Στο τραπέζι τον έβαλαν και – τι περίεργα πράγματα συμβαίνουν στον κόσμο! – ήταν πάλι στο ίδιο δωμάτιο, από εκεί που είχε πέσει, ήταν εκεί τα ίδια παιδιά, τα ίδια παιχνίδια, πάνω στο τραπέζι, και η πανέμορφη χορεύτρια μπροστά στην πόρτα του κάστρου.


Στο ένα πόδι στεκόταν ακόμη, τεντωμένο το άλλο, έτσι ήταν το ίδιο αλύγιστη όπως εκείνος. Η χορεύτρια τον άγγιξε ίσα-ίσα, να την προσέξει• αυτός πήγε να βάλει τα κλάματα• μα κρατήθηκε. Την κοίταξε μόνο, έτσι μείναν κι οι δυο σιωπηλοί. Ένα παιδί, ξαφνικά, πήρε τον μολυβένιο στρατιώτη και τον πέταξε μέσα στο φούρνο. Δεν είχε λόγο κανένα να το κάνει, ίσως πάλι να κρυβόταν πίσω απ’ την πράξη αυτή, το μαύρο ξωτικό. Οι φλόγες έζωσαν τον μολυβένιο στρατιώτη, η ζέστη ήταν απαίσια, όμως, αν ήταν απ’ την φωτιά ή απ’ την φωτιά της αγάπης του, δεν μπορούσε να διακρίνει. Γρήγορα, της στολής τα χρώματα χάθηκαν, όμως, ήταν απ’ το ταξίδι ή απ’ τη λύπη του, κανένας δεν ήξερε. Κοίταξε την δεσποινίδα, τον κοίταξε κι εκείνη. Έλιωνε τώρα, όμως ακόμα αλύγιστα κρατούσε το όπλο στον ώμο.

Ξαφνικά, άνοιξε η πόρτα του δωματίου κι ο αέρας πήρε την χορεύτρια , η χορεύτρια πέταξε, σαν συλφίδα που έχει φτερά, μες στη φωτιά, πλάι στον μολυβένιο στρατιώτη, που είχε αρχίσει να χάνεται.
Όταν το πρωί η υπηρέτρια πήγε ν’ αδειάσει τις στάχτες, βρήκε μέσα εκεί έναν βόλο σε σχήμα μολυβένιας καρδιάς.
Μα απ’ την χορεύτρια δεν έμεινε τίποτα, εκτός απ’ το ρόδο που την στόλιζε, μαύρο κι αυτό και καμένο σαν κάρβουνο.


Hans Christian Andersen (1838)



Overground - Pilot Speed (the brave tin soldier)



All good things (come to an end) - Nelly Furtado

(Συμβουλή: Βάλτε να παίζει το πρώτο βιντεάκι, χωρίς μουσική, και την ίδια ώρα να ακούγεται το All good things της Nelly από κάτω, σαν μουσική υπόκρουση)


Δεν έχει σημασία, λοιπόν, αν κανείς είναι μολυβένιος ή ξύλινος… γιατί όλα στο τέλος σε έναν σκοπό αποσκοπούν. Ξέρω πως όλοι σας με λέτε Ιππότη, κι όχι Ξύλινο Ιππότη γιατί το ξύλο είναι σκληρό και νεκρό. Μα δεν είναι το υλικό που είμαστε φτιαγμένοι που μας διαμορφώνει, αλλά το υλικό της καρδιάς μας!
Ξέρω πως με ευγένεια απαρνείστε το «πρώτο» όνομα μου, μα είναι το όνομα μου το Ξύλινος! Γεννήθηκα έτσι, κι είμαι περήφανος για αυτό… Στην ξύλινη αρματωσιά μου βλέπω πράγματα που με βοηθούν για αυτό που είμαι… και πράγματι με βοηθούν… ας είναι το σπαθί μου ξύλινο, ξέρω πως δεν θα βλάψει κανέναν, γιατί δεν το θέλω αυτό, μα είναι ικανό να προστατεύσει αυτούς και αυτά που αγαπώ…! Κι ας σπάσει η ξύλινη ασπίδα μου, θα απωθήσει πρώτα μακριά τους «εχθρούς»! Η ξύλινη αρματωσιά μου δεν είναι κρύα σαν το ατσάλι και το σίδερο, κι ας είναι βαριά!
Κι ας είναι η φωτιά ικανή να με κάψει, θα με κάνει στάχτη και θα ξαναγεννηθώ, σαν φοίνικας μέσα απ’ τις στάχτες μου, ικανός να συνεχίσω πιο δυνατός! Κάθε νίκη για εμένα είναι μια νίκη, μα ακόμη και μια ήττα, νίκη είναι πάλι, γιατί όλα στη ζωή έχουν σημασία μόνο αν τα κοιτάς απ’ τη σωστή πλευρά...! Ακόμη κι όταν τα όμορφα κάποτε τελειώνουν, ακόμη κι όταν ανοίγεις τα βλέφαρα σου και το όνειρο σβήνει σαν καπνός που ταξιδεύει στον αέρα, πάλι έχεις αυτές τις αναμνήσεις, να ταξιδεύεις σαν τον μολυβένιο στρατιώτη μέσα στην βαρκούλα, και να αντλείς δύναμη για να συνεχίσεις…
Μπορεί γύρω σου να πέσει το σκοτάδι, μπορεί το κύμα να σε παρασέρνει μακριά, μπορεί οι αρουραίοι να σε κυνηγούν και το κακό ξωτικό, να σε διώχνει μακριά απ’ την αγαπημένη σου, και εσύ να μην ξέρεις που θα φτάσεις… Κι εκεί που το μεγάλο ψάρι θα σε καταπιεί, και όλα να φαίνονται πως τελείωσαν, να βρεθείς πιο κοντά στο στόχο σου απ’ όσο είχες βρεθεί ποτέ!
Και πάλι όταν θα είσαι έτοιμος να αγκαλιάσεις το όνειρο σου, να το σφίξεις στα χέρια σου, όπως η μάνα το μωρό της με όλη της την αγάπη, το κακό ξωτικό μέσα στη φωτιά να σε ρίξει…!
Και τι πιο όμορφο να καείς στη φωτιά, μαζί με το όνειρο σου…;
Τι πιο όμορφο να είσαι Ξύλινος, και να μην φοβάσαι την φωτιά…;!
Τι πιο όμορφο, τον «θάνατο», με όποια μορφή κι αν τον συναντάς, να τον υποδέχεσαι, με ένα χαμόγελο…
 σαν παλιό αγαπημένο φίλο…;!

© copyright, ανδρέας λισσόβας


Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2012

Αυτό, που ακόμη δεν άκουσα...

          
          Μέσα στο τούνελ,
αυτό το σκοτεινό,
          τρόμος μ’ έπιασε…

          Μου είχαν πει,
πως το Φως είναι μπροστά,
θα το δω.
θα το φτάσω.
          όπως έκανε κι
ο Πατέρας μου…, πιο πριν…

          Ξεκίνησα τυφλός,
τυφλός έμεινα
          κι άφησα τα παιδιά μου,
δίχως δρόμο.

          Στο τούνελ ετούτο,
πολύ φοβήθηκα,
κι έχασα τα λογικά μου.
…με τα χέρια γυμνά
και με τα νύχια, μόνο,
          άρχισα να σκάβω,
από ‘δω, και από ‘κει.
Δρόμους άνοιγα,
          δρόμους γεννούσα,
κι έκανα το τούνελ
                   λαβύρινθο…

Τώρα, ήρθαν, με φωνάζουν
με καλούν πίσω..
          πέρασε η ώρα μου,
πέρασε ο χρόνος μου…

Ο γιος μου με φώναξε,
          και στέκεται εμπρός μου…
Ώρα να φύγω…

          Συγνώμη, παιδί μου…



© copyright, ανδρέας λισσόβας



Πάντα θα είμαι - Υπόγεια Ρεύματα

Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2012

Μέσα απ' τις σκιές


         
          Όταν η νύχτα μοιάζει τόσο μακρινή και
τ’ άστρα σβήνουν,
          όταν το ξημέρωμα αργεί και το κρύο χορεύει
χωρίς την παρουσία του ήλιου,
          όταν όλα θλίβονται και λυπούνται,
μόνο η σκέψη πως με πίστη όλα γίνονται
τριγυρνά μέσα στο δωμάτιο…
          Μόνο με πίστη το αδύνατο γίνεται, πλέον, παρελθόν και το μέλλον πραγματικότητα
σαν τα όνειρα που ηθελημένα βλέπεις
όταν κλείνεις τα μάτια.

          Η ανάμνηση είναι, τώρα, ευχάριστη, ικανοποιητική,
…απολαυστική…
Τα αυτιά κλείνω με τα χέρια μου στις σειρήνες, τις σειρήνες της ειρωνείας, όπως έκανα πάντοτε και ο στόχος πλησιάζει όλο και πιο κοντά…
λες κι είναι ερωτευμένος!

Ακόμα θυμάμαι, αν κι όχι πολύ μακρινή ανάμνηση, πως γέλασες και πίστευες πως γνωρίζεις τα πάντα, πως έμεινες όταν άκουσες ότι όλα γίνονται…
          Όχι μόνο εσύ…
                   όχι…
όχι…
και με όλους έτσι γίνεται…
                             …
          Γι’ αυτό λοιπόν, άκουσε, πως, εδώ, όταν
το χαρτί ζωγραφίζεται από τον ποιητή,
                   τίποτε στον κόσμο δεν σταματά
                             τα όνειρα…
                                   …που πραγματοποιούνται!

© copyright, ανδρέας λισσόβας


Όχι και να κλαίμε - Δημήτρης Ζερβουδάκης

Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2012

Ήτανε κάποτε...



Ένας τόπος εκεί απάνω,
στέκει πια νεκρός
Ένας τόπος, δίπλα στην πατρίδα
στέκει πια νεκρός
Χρόνια πριν είχε ζωή
Χρόνια πριν αναπνοή
Στέκει πια νεκρός
τόπος πια ξερός
Φαντάσματα έμειναν
να τριγυρνούν
στον τόπο τον ξερό
ήτανε κάποτε
τόπος χλωρός
Ζωή γεμάτος
ήτανε κάποτε
τόπος ζεστός
μ’ αγάπης φώτα
ήτανε πρωτομαγιά
ήτανε Πρωτομαγιά…

© copyright, ανδρέας λισσόβας


(η ζωγραφιά: Salvador Dali - The ghost of vermeer)

Πούλα με - Πυξ Λαξ

Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2012

Μ' ακούς;



Μην μείνεις για πολύ…
μήπως έτσι σε συνηθίσω,
και δεν το θέλω…
Μην καθίσεις πολύ,
και πιστέψω πως θα μείνεις
για πάντα…
γιατί δεν θα μείνεις…
Μην στέκεσαι, λοιπόν,
εδώ,
που μόνο αγάπη θα βρεις…
Πήγαινε…
Γιατί και ‘γω,
          με τόσο λίγο που ‘χω…
                             …τρομάζω.

© copyright, ανδρέας λισσόβας


Τα ενυδρεία του έρωτα - Φίλιππος Πλιάτσικας

Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2012

Αγάπη



Μία ομάδα επαγγελματιών ερεύνησε ένα δείγμα παιδιών 4-8 ετών ως προς την ερώτηση: «Τί σημαίνει αγάπη» 

Oι απαντήσεις ήταν οι εξής:

Τόνια 6 ετών
Όταν η γιαγιά μου έπαθε αρθρίτιδα δεν μπορούσε να βάψει τα νύχια των ποδιών της γιατί δεν μπορούσε να σκύψει. 
Έτσι της τα έβαφε ο παππούς μου παρότι και αυτός είχε αρθρίτιδα στα χέρια του.

Ρεββέκα 8 ετών
Όταν κάποιος σε αγαπά ο τρόπος πού προφέρει το όνομά σου είναι διαφορετικός. 
Ξέρεις ότι το όνομά σου είναι ασφαλές στο στόμα του.

Βασίλης 4 ετών
Αγάπη είναι όταν ένα κορίτσι βάζει άρωμα κι ένα αγόρι άφτερ σέιβ 
και μετά βγαίνουν έξω μαζί και μυρίζουν ο ένας τον άλλο.

Κάρολος 5 ετών
Αγάπη είναι όταν βγαίνεις γιά φαγητό και δίνεις στον άλλο τις μισές τηγανιτές σου πατάτες 
χωρίς να του ζητήσεις να σου δώσει κι αυτός από τις δικές του.

Χριστίνα 6 ετών
Αγάπη είναι αυτό πού σε κάνει να χαμογελάς όταν είσαι κουρασμένη.

Λευτέρης 4 ετών
Αγάπη είναι όταν η μαμά φιάχνει καφέ γιά τον μπαμπά 
και πίνει πρώτα μιά γουλιά εκείνη γιά να δεί αν τον πέτυχε.

Δανιήλ 7 ετών
Αγάπη είναι όταν φιλιέσαι όλη την ώρα. 
Μετά βαριέσαι να φιλιέσαι αλλά θέλεις συνέχεια να είσαι μαζί με τον άλλο και να μιλάτε. 
Η μαμά μου κι ο μπαμπάς μου έτσι κάνουν. Κι όταν φιλιούνται εμένα μου φαίνεται αηδία.

Αιμιλία 8 ετών
Η αγάπη είναι όταν είσαι στο δωμάτιό σου τα Χριστούγεννα κι ανοίγεις τα δώρα,
αν σταματήσεις το άνοιγμα θα ακούσεις την αγάπη.

Πάνος 7 ετών
Αν θέλεις να μάθεις ν’ αγαπάς καλύτερα πρέπει να ξεκινήσεις από ένα φίλο πού μισείς.

Νίκη 6 ετών
Υπάρχουν δύο είδη αγάπης. 
Η αγάπη των ανθρώπων και η αγάπη του Θεού. 
Αλλά ο Θεός τα έχει φιάξει και τα δύο.


Τζένη 8 ετών
Η αγάπη είναι όταν λες σε ένα αγόρι ότι σου αρέσει το πουκάμισό του 
κι αυτός το φοράει μετά κάθε μέρα.

Ελλη 7 ετών
Η αγάπη είναι σαν το γέρο και τη γριά πού μετά από τόσα χρόνια πού γνωρίζονται είναι ακόμα φίλοι.

Θωμάς 6 ετών
Κατά τη διάρκεια του ρεσιτάλ πιάνου μου μ΄έπιασε φόβος πάνω στη σκηνή. 
Τότε κοίταξα κάτω και είδα τον μπαμπά μου να με χαιρετάει χαμογελώντας. 
Ηταν ο μόνος πού το έκανε αυτό. Τότε μου πέρασε ο φόβος.

Μαρία 8 ετών
Η μαμά μου με αγαπάει πιό πολύ απ’ όλους. 
Κανένας άλλος δεν έρχεται να με φιλήσει όταν πέφτω γιά ύπνο.

Κλαίρη 6 ετών
Η αγάπη είναι όταν η μαμά δίνει στο μπαμπά την καλύτερη μερίδα φαί.

Ελένη 5 ετών
Η αγάπη είναι όταν η μαμά βλέπει τον μπαμπά αξύριστο και βρώμικο 
και πάλι πιστεύει ότι είναι ωραιότερος κι απ’ τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ.

Χρήστος 7 ετών
Αγάπη είναι όταν το σκυλάκι σου, σου γλύφει το πρόσωπο 
ακόμα κι αφού το άφησες μόνο του όλη μέρα.

Μαριάννα 4 ετών
Ξέρω ότι η αδελφή μου μ’ αγαπά γιατί μου δίνει όλα τα ρούχα της 
ακόμα κι άν πρέπει να βγεί έξω και να αγοράσει άλλα.

Λάμπρος 4 ετών
Αφήνω την μεγαλύτερη αδελφή μου να με πειράζει 
γιατί η μαμά λέει ότι με πειράζει επειδή μ’ αγαπάει. 
Και μετά εγώ πειράζω την μπέιμπι σίτερ γιατί την αγαπάω.

Αλεξάνδρα 4 ετών
Όταν αγαπάς κάποιον οι βλεφαρίδες σου ανοιγοκλείνουν και βγάζουν αστεράκια.

Κατερίνα 7 ετών
Αγάπη είναι όταν η μαμά βλέπει το μπαμπά στην τουαλέτα και δεν σιχαίνεται.


Μάρκος 6 ετών
Δεν πρέπει να λές σ’ αγαπώ αν δεν το εννοείς.
Αλλά αν το εννοείς πρέπει να το λες συνέχεια γιατί οι άνθρωποι ξεχνάνε.


Τι έπαιξα στο Λαύριο - Διονύσης Σαββόπουλος

Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2012

Λόγια



          Μ’ έφερες
εδώ…
          να σου φέρω
          λόγια…

          Μια κανάτα,
για ‘σένα,
          γεμάτη σου ‘φερα
με
          λόγια…

          Λόγια για να πιεις
                   και να ξεδιψάσεις…
το ένα ποτήρι
          μετά το άλλο,
ώσπου μέθυσες
          με
                   λόγια…
          
          Κι άρχισες λόγια
να μου λες,
          λόγια παράλογα,
                   λόγια…

          Χαρτιά ζητούσες
και μια πένα,
λόγια να γράψεις,
          λόγια,
μα δεν βρήκες…

          Την κανάτα πήρες
και την έσπασες,
ένα κομμάτι άρπαξες
          και μ’ αυτό
                   μάτωσες
          τα πάντα
          με
                   λόγια…

          Λόγια …
                   Καταραμένα λόγια…

          Κι ύστερα αποκοιμήθηκες,
πάνω στα πορφυρά σου
                   λόγια
          μεθυσμένος
          ζαλισμένος
από
          λόγια…

          Και τώρα που ξυπνάς,
πάλι
          λόγια
                   μου ζητάς…



© copyright, ανδρέας λισσόβας


Ανόητες αγάπες - Πυξ Λαξ

Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2012

Καράβι στο Πέλαγος των Ονείρων





Αφιερωμένο σε έναν φίλο,
που ξεχνά μου φαίνεται,
πως το Πέλαγος είναι αυτός!


Πόσο τις μισώ αυτές τις στιγμές...
τις φουρτούνες αυτές, της σιωπής,
που σαν καράβι δέχομαι
όλα τα χτυπήματα των κυμάτων,
που ο αέρας λυσσομανά
και σκίζει τα πανιά μου.
σπάνε τα κατάρτια,
μένω στο έλεος,
των στιγμών αυτών...
...
έρχεται η νηνεμία,
μετά,
και όπως και να 'μαι,
ένα ξέρω...
...
Άντεξα.
...
Ώρα για νέα ταξίδια...

© copyright, ανδρέας λισσόβας



(η ζωγραφιά είναι της μητέρας μου)

Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2012

Σμηλευτής



Χάραξε στην πέτρα

έφυγε για ‘κει,
          που πήγαν τα όνειρα του…

© copyright, ανδρέας λισσόβας

Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2012

Επίσκεψη



Εισαγωγή της “Επίσκεψης”

          Η ημερομηνία ήταν 8 Ιουνίου 2009. Είχαμε φτάσει στο σπίτι οικογενειακώς, απ’ την “Επίσκεψη”, σ’ ένα Ψυχιατρείο, λίγο έξω απ’ τη Λάρισα, όπου είχαμε τον παππού μου, λόγω της ασθένειας Πάρκινσον. Ήταν απόγευμα, και με το που κατέβηκα απ’ το αυτοκίνητο, έτρεξα στο δωμάτιο μου. Δεν ήθελα κανείς να δει πως τα δάκρυα που κρατούσα με το ζόρι σε όλη τη διαδρομή, με είχαν πλέον κερδίσει…
          Κάθισα στο γραφείο μου. Έπιασα ένα στυλό, κι ένα χαρτί κι άρχισα να γράφω. Τα δάκρυα έτρεχαν. Με μάτια βουρκωμένα συνέχιζα να γράφω. Δεν θυμάμαι αν έβλεπα καν το γραπτό… απλώς έγραφα, ή πιο σωστά, αν μπορώ να πω, έβγαλα για λίγο πάνω στο χαρτί την ψυχή μου…
          Δεν πέρασε ούτε ένας μήνας, κι ο παππούς έκανε πλέον το τελευταίο του ταξίδι. Έτσι, αυτό το ποίημα, απρόσμενα, απέκτησε τη μεγαλύτερη μέχρι σήμερα συναισθηματική αξία για ‘μένα, και για όλη την οικογένεια αργότερα, όταν το ανακάλυψαν, γιατί ήταν η τελευταία φορά που τον είδα, κι έφερνε και φέρνει και ακόμη, τρομερά συναισθήματα στην επιφάνεια, κάθε φορά που το ξεθάβω…
          Ας έχουν περάσει χρόνια, κι ας έχουν κλείσει οι πληγές, και δεν πονούν, εγώ, δεν μπορώ να ξεχάσω, και δεν θέλω, άλλωστε. Δεν θα πω, μακάρι να γίνονταν αλλιώς… Έγιναν ακριβώς όπως έπρεπε να γίνουν όλα για κάποιο λόγο και δεν αλλάζουν…
          Το μόνο, πλέον, που μπορούμε να κάνουμε όσοι μένουμε πίσω, είναι να θυμόμαστε και να τιμούμε…
          Να θυμόμαστε και να τιμούμε…
Θα ήθελα μονάχα να τονίσω πως το:
“μαζεύουν υπογραφές”, κανονικά είναι “μαζεύω υπογραφές” όπως έμαθα αργότερα και απλώς εγώ το άκουγα έτσι.
Είναι μια έκφραση που σημαίνει πως μια δουλειά είναι τελειωμένη και αυτός που την έχει αναλάβει, μαζεύει υπογραφές για να τη θέσει οριστικά σε λειτουργία, αφού συμφωνούν όλοι με αυτό.
Τώρα είτε είναι α’ ενικός, είτε γ’ πληθυντικός το νόημα και στις δύο περιπτώσεις είναι ένα. Αυτός που το ζει, σε όποια κατάσταση κι αν βρίσκεται, βλέπει πιο μακριά ακόμη κι απ’ αυτούς που υποτίθεται πως βλέπουν…
Η άρνηση της αποδοχής κάποιων γεγονότων ή καταστάσεων, πολλές φορές μας οδηγεί σε λανθασμένη αντίληψη και ανάγνωση, θα ‘λεγα, όλης της καταστάσεως με αποτέλεσμα, όταν φτάνει η «στιγμή» και πλέον τίποτε δεν μπορεί να παρερμηνευτεί, η κατανόηση του συμβάντος να είναι πιο οδυνηρή…


Ένας, στην θύρα εμπρός, κρατούσε ένα ποτήρι νερό…
Κοιτούσε με μια έκπληξη στα μάτια, μα και με μια χαρά που είχε κάτι να πειράξει...
Άλλος, στα σκαλιά, κρύφτηκε πιο δίπλα, κάτι τον έκανε να ντραπεί και να γελάσει…
Κάποιος άλλος απ’ την πόρτα βγήκε, ψηλός, με μάτια που κάτι έψαχναν… κάτι τον απασχολούσε όσο το … τίποτα…
Μέσα, ήσυχοι στις θέσεις και στα παγκάκια, χωρίς βλέμμα, χωρίς ουσία…
Στο δωμάτιο … “μαζεύουν υπογραφές” … και βλέμμα χαμηλό… και βλέμμα χαμηλό…
Φαντάσματα ανθρώπων ολόγυρα…
Και δάκρυα ασυγκράτητα στα μάτια…
Τίποτε δεν απέμεινε να σου θυμίζει εσένα…
Μόνο κάποια, λίγα, χαρακτηριστικά δείχνουν ότι σε… ήξερα…
Ένα παιδί έρχεται μέσα και λέει: “έχετε… τίποτα… να… μου… δώσετε…;”, με τρεμάμενη φωνή… “όχι, φύγε.”
Συνεχίζει έπειτα το τρέξιμο στον διάδρομο…
Φαντάσματα ανθρώπων κλεισμένα σε μια απόκοσμη φυλακή…
Τίποτε δεν θυμίζει αυτό που κάποτε έβλεπα…
Τίποτα…
Τα μάτια κάτι δείχνουνε, μα σβήνουνε κι αυτά…
… “μαζεύουν υπογραφές” …
Αυτό μου μένει σήμερα…
Μια φράση δίχως νόημα, μα με βαθιά σημασία…
Είτε το αρνηθώ είτε το δεχτώ…
          ένα κομμάτι μου μέσα
          στη φυλακή των ανθρώπινων φαντασμάτων
                   θα τριγυρνά…
                             από σήμερα…


© copyright, ανδρέας λισσόβας



Για που το 'βαλες καρδιά μου - Γιάννης Κότσιρας

Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2012

Δίχως τίτλο, δίχως όνομα



Πιάνω ένα χαρτί
και γράφω
γράφω
γράφω…

Μια βαλίτσα
έχω
γεμάτη
όνειρα
αναμνήσεις
ελπίδες
πόνο…

Εγώ, δεν είμαι
ποιητής
Καθρέφτης είμαι…

© copyright, ανδρέας λισσόβας



Εγώ δεν είμαι ποιητής - Νίκος Παπάζογλου

Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2012

(Κι) ας επιστρέφω...



Σ’ ένα λεωφορείο βρίσκομαι,
με προορισμό το παρελθόν μου…
επιστροφή εκεί,
απ’ όπου ξεκίνησα…
γιορτές και αλλαγές
μπροστά,
αναμενόμενες,
ίσως και
απρόσμενες
χειμώνα έφυγα,
χειμώνα γυρνώ,
πιο ήρεμος,
ναι, πιο ήρεμος,
ξέροντας πως πλέον,
μπροστά μου
αφήνω καρδιά…
Κι είμαι έτοιμος πλέον,
να βαδίσω μόνος.
Όπως βαδίζω τώρα,
και δεν φοβάμαι
καθόλου
έχω τόσες ώρες,
να περπατώ και να περπατώ και να περπατώ
δίχως να με βιάζει
κανείς
και τίποτε…
Ούτε ακόμη
και ο ίδιος ο χρόνος…

© copyright, ανδρέας λισσόβας

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...